Λιιιγα λοοογια για το πώς ήταν η παραμονή πρωτοχρονιάς για μένα, μακριά από την οικογένειά μου για πρώτη φορά, και γενικότερα μακριά από κάθε άλλο γνώριμο πρόσωπο. Στο Μουένος Άιρες.
Το πρωί της παραμονής, κια γυρίζοντας από τα νότια της Αργεντινής, κάνω check-in σε ένα χόστελ στο κέντρο του Μπουένος Άιρες. Δεν είχα τίποτα κανονισμένο, και κανέναν για να περάσω την βραδιά μαζί. Ήλπιζα πως θα μπορούσα να κανονίσω κάτι με τα παιδιά από τη σχολή ισπανικών που είχα γνωρίσει νωρίτερα μέσα στο μήνα, ώστε να οργανώναμε κάτι όλοι μαζί. Όταν όμως προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί τους, όλοι ήταν άφαντοι. Παρόλα αυτά δεν αγχώθηκα. Ακόμη κι αν δεν έβρισκα κάποιον, σκόπευα να βγω για έξοδο στα μπαράκια της αργεντινής μόνος, και θα το γλεντούσα εκεί.
Έχει φτάσει μεσημέρι τώρα, έχω χασομερήσει αρκετά στο ίντερνετ οργανώνοντας τις επόμενες μέρες του ταξιδιού μου, και σηκώνομαι για την κουζίνα, να μαγειρέψω κάτι να φάω. Βρίσκω κι άλλο κόσμο στην κουζίνα, να περιμένει καρτερικά για το δικό του νερό να βράσει. (Δεν μιλώ αλληγορικά. Έβραζαν μακαρόνια). Κόσμος μπαίνει... κόσμος βγαίνει.. και μιλάμε. Βραζιλιάνοι, ευρωπαίοι, και διάφοροι άλλοι λαοί του κόσμου μου δίνουν συμβουλές για τα μέρη τους, περιγράφουν τα δικά τους ταξίδια, συζητάμε, τρώω και ετοιμάζομαι να φύγω. Μεταξύ άλλων, γνώρισα (στο κατώφλι της πόρτας) έναν μεγαλόσωμο νεαρό δάσκαλο από τη Δομινικανή Δημοκρατία, και δύο κοπέλες από το Μεξικό. Πανευτυχής λοιπόν, που βρίσκω άτομα από χώρες που θα ήθελα να επισκευτώ στο μέλλον, πιάνουμε την συζήτηση για τις χώρες τους, και για όμορφα μέρη που έπρεπε να δω. Στεκόμασταν 4 άτομα στην πόρτα της κουζίνας, εμποδίζοντας όλους τους υπόλοιπους περαστικούς, και μιλούσαμε για ώρα. Τα είπαμε, γελάσαμε, προσπάθησα να μιλήσω τα ισπανικά μου, με βοήθησαν, και τελικά συστηθήκαμε. (το αναφέρω γιατί υπήρξαν φορές σε αυτό το ταξίδι όπου πέρασαν μέρες μέχρι να μάθω το όνομα κάποιου. Συμβαίνει πολλές φορές να ζήσεις στιγμές μαζί με κάποιους, αλλά να μην έχετε ανταλλάξει ποτέ όνομα. Αυτό συμβαίνει γιατί οι συζητήσεις συνήθως ξεκινούν με κάθε άλλη είδους πρόφαση εκτός από την προφανή ερώτηση "πώς σε λένε;").
Τους χαιρετώ προς το παρόν, και πάω να αράξω πάλι στους κοινόχρηστους χώρους για να συνεχίσω τις εργασίες στο ίντερνετ.
Μετά από καμια ώρα, εμφανίζεται πάλι η ίδια παρέα, ανταλλάζουμε δυο κουβέντες, και μου λένε πώς ετοιμάζονται να πάνε στο σούπερμαρκετ για να αγοράσει ο καθένας τα δικά του. Με προσκαλούν σε περίπτωση που θέλω να συμμετάσχω στη δραστηριότητα. Για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα κάτι συγκεκριμένο που χρειαζόμουν. Αλλά σκέφτηκα πως αντί να κάθομαι με τον υπολογιστή μου μόνος, θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν πήγαινα για μια βόλτα με τα παιδιά. Ακόμη και μια βόλτα στο σούπερμαρκετ. Τους λέω το ναι λοιπόν, και ξεκινάμε όλοι μαζί για shopping therapy στο μανάβικο της γειτονιάς, έχοντας πλέον στην παρέα και μια γαλλίδα. 5 άτομα στο σύνολο. Αφού φτάνουμε εκεί, και ο καθένας ψάχνεται να δει τί θα φάει, πέφτει η ιδέα στο τραπέζι να βάλουμε όλοι λεφτά, και να μαγειρέψουμε όλοι μαζί κάτι. "Τί όμως", ήταν η δεύτερη ερώτηση. "Πρέπει να είναι κάτι περιποιημένο, μιας και είναι παραμονή πρωτοχρονιάς", αποφασίσαμε. Ένα χριστουγεννιάτικο δείπνο λοιπόν, με καλή παρέα.
Το μενού αποφασίζεται μέσα στα επόμενα 5 λεπτά, περιλαμβάνει μια μακαρονάδα σπεσιαλιτέ του φίλου από την Δομινικανή Δημοκρατία, σαλάτα για της βιταμίνες της, και γλυκό που θα έφτιαχνε η γαλλίδα για το μετά. Α, και ένα μπουκάλι κρασί για όσους έπιναν. Γυρίζουμε στο χόστελ με τις σακούλες μας, και η δουλειά αρχίζει. Ένας καθαρίζει καρότα και ζαρζαβατικά, άλλος ψιλοκόβει, βράσιμο, χτύπημα τις σάλτσες, γενικότερα προετοιμασία, κουβέντα και γέλιο. Σε κάποια φάση μάλιστα, η γαλλίδα γυρίζει και μας λέει πως είναι η πρώτη της φορά που κάνει χριστούγεννα μακριά από την οικογένειά της. Και αμέσως, σαν από ταινία, πεταγόμασταν όρθιοι ένας-ένας φωνάζοντας "Κι εγώ!"... "Κι εγώ!"... Λιώσαμε στο γέλιο. Κανείς μας δεν είχε ξανακάνει μόνος χριστούγεννα. Εκείνη την βραδιά κόψαμε όλοι μαζί έναν ομφάλιο λώρο.
Αφού ετοιμάσαμε το φαί, ένας ένας έφευγε για μπανάκι. Περίμενα όλοι να μπανιαριστούν προσέχοντας το φαί, μην μας το καταναλώσει κανένας άλλος λαίμαργος του χόστελ, και μετά έτρεξα κι εγώ να καθαριστώ από την κρεμμυδοσκορδίλα. Κι εκεί που ντυνόμουν, σκέφτομαι, "Μιας και το πήραμε τόσο σοβαρά, δεν βάζω τα καλύτερά μου;". Κι έτσι έβγαλα από το σάκο το μοναδικό μου πουκάμισο! woohoo! Πρώτη φορά που το φόρεσα σε αυτό το ταξίδι.
Το χόστελ είχε ένα γυάλινο δωμάτιο, απομονωμένο από τους υπόλοιπους κοινόχρηστους χώρους. Αδράξαμε αμέσως την ευκαιρία και καταλάβαμε το δωματίο μόνον για την πάρτη μας. Μέχρι να φτάσω κάτω, το τραπέζι ήταν έτοιμο. Στην παρέα είχε προστεθεί ένας βραζιλιάνος και μια κοπέλα από το καμερούν. Το δείπνο ήδη σερβιρισμένο, μια υπέροχη, μερακλίδικη μακαρονάδα, μπόλικη σαλάτα στη μέση για όλους, ο υπολογιστής του φίλου να παίζει frank sinatra, και κεριά παντού να μας χαρίζουν τον απαλό, εορταστικό φωτισμό τους. Πινελιές σαν κι αυτές ήταν που άλλαξαν το σκηνικό από όμορφο σε μαγικό.
Φάγαμε, γελάσαμε, κεραστήκαμε, ήπιανε, βγήκαμε φωτογραφίες, μαζέψαμε τραπέζι, πλυναμε πιάτα, και ξαναμαζευτήκαμε στους κοινόχρηστους χώρους. Το πλάνο στην αρχή ήταν να βγούμε όλοι μαζί για χορό σε κάποιο κλάμπ του Μπουένος Άιρες αλλά παραδόξως, τα πιο πολλά ήταν κλειστά. Δεν δούλευαν. Συνηθίζεται στην Αργεντινή ο κόσμος να περνά την παραμονή με φίλους στο σπίτι και όχι παρτάροντας έξω. Οπότε βάλαμε μουσικούλα στο χόστελ και κάναμε χαβαλέ ο ένας τον άλλο.
Κι εκεί που χορεύαμε και παίζαμε μπιλιάρδο (multi-tasking) μια νέα ιδέα γεννήθηκε μέσα σε αυτό το κλίμα ευφορίας! Ο καθένας θα μάθαινε στους υπόλοιπους, κάποιο χορό από την πατρίδα του. Χόρεψα σάμπα, σάλσα, τανγκό, merengue, κάτι αφρικάνικο, κάτι γαλλικό και κάτι άλλο που δεν θυμάμαι από ποιά χώρα ήταν. Στο τέλος ήρθε και η σειρά μου! Είπα να τους μάθω συρτάκι αλλά κάπου μπέρδεψα τα βήματα (ντροπή μου!) και αποφάσισα να μην δημιουργήσω νέο ρεύμα ελληνικών παραδοσιακών χορών στην Λατινική Αμερική, οπότε έβαλα να παίζει Σαββόπουλος και "Ας κρατήσουν οι χοροί", τους έβαλα σε έναν κύκλο και χοροπηδούσαμε γύρω γύρω από το μπιλιάρδο, φωνάζοντας λαλαλα ΛΑ λααα, λαλαλαλαλαλα.... Είχα λιώσει στο γέλιο γιατί αναρωτιώμουν... "Βρίσκομαι στην άλλη άκρη του κόσμου, παραμονή χριστουγέννων, με 10 διαφορετικές εθνότητες αγκαλιασμένες όλες μαζί να με ακολουθούν χορεύοντας και τραγουδόντας Σαββόπουλο. πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο;"
Με το τέλος της βραδιάς δώσαμε υποσχέσεις για επανένωση, αφού την άλλη μέρα οι μισοί θα έφευγαν συνεχίζοντας το ταξίδι τους (μαζί κι εγώ), και πέσαμε για ύπνο.
Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ πώς έτσι θα κατέληγα να περνώ την παραμονή Χριστουγέννων, "μόνος". Ήταν μια βραδιά απρόσμενη. Και φυσικά, αυτό ακριβώς ήταν που την έκανε τόσο υπέροχη. Το απρόσμενο. Το απρόοπτο. Το απροσδόκητο. Το αυθόρμητο. (δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο συνώνυμο αυτή τη στιγμή. 4 λέξεις είναι καλά. Συγχωρήστε με, έκανα ότι μπορούσα.). Έχω την εντύπωση πως ο κόσμος ορισμένες φορές διατηρεί πολύ υψηλές προσδοκίες για ορισμένα πράγματα, με αποτέλεσμα όταν έρθουν να μην τα απολαμβάνει. Ορισμένες φορές οι προσδοκίες καταλήγουν να σκότωνουν την ίδια την εμπειρία. Γι'αυτό γενικά, σαν ένα χαζό παιχνίδι του μυαλού όπου προσπαθώ να κοροιδέψω τον εαυτό μου, προσπαθώ να είμαι λίγο συντηρητικός και να μην κάνω σκέψεις για το "πώς θα είναι...", ώστε όταν έρθει η ώρα, να μπορέσω να το απολαύσω περισσότερο.
Αυτά για σήμερα. Πάω για ύπνο. Αυτή τη στιγμή, με φιλοξενεί ένας φίλος βραζιλιάνος στην Recife. Αύριο ξεκινά το καρναβάλι, και θέλω να είμαι ξεκούραστος. Η Βραζιλία με χρειάζεται. Φιλιά σε όλους! Να προσέχετε, να τρώτε καλά και να κοιμάστε καλά, ώστε όταν γυρίσω να σας βρω πιο υγιείς και πιο δυνατούς από ποτέ, εεε!
Το πρωί της παραμονής, κια γυρίζοντας από τα νότια της Αργεντινής, κάνω check-in σε ένα χόστελ στο κέντρο του Μπουένος Άιρες. Δεν είχα τίποτα κανονισμένο, και κανέναν για να περάσω την βραδιά μαζί. Ήλπιζα πως θα μπορούσα να κανονίσω κάτι με τα παιδιά από τη σχολή ισπανικών που είχα γνωρίσει νωρίτερα μέσα στο μήνα, ώστε να οργανώναμε κάτι όλοι μαζί. Όταν όμως προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί τους, όλοι ήταν άφαντοι. Παρόλα αυτά δεν αγχώθηκα. Ακόμη κι αν δεν έβρισκα κάποιον, σκόπευα να βγω για έξοδο στα μπαράκια της αργεντινής μόνος, και θα το γλεντούσα εκεί.
Έχει φτάσει μεσημέρι τώρα, έχω χασομερήσει αρκετά στο ίντερνετ οργανώνοντας τις επόμενες μέρες του ταξιδιού μου, και σηκώνομαι για την κουζίνα, να μαγειρέψω κάτι να φάω. Βρίσκω κι άλλο κόσμο στην κουζίνα, να περιμένει καρτερικά για το δικό του νερό να βράσει. (Δεν μιλώ αλληγορικά. Έβραζαν μακαρόνια). Κόσμος μπαίνει... κόσμος βγαίνει.. και μιλάμε. Βραζιλιάνοι, ευρωπαίοι, και διάφοροι άλλοι λαοί του κόσμου μου δίνουν συμβουλές για τα μέρη τους, περιγράφουν τα δικά τους ταξίδια, συζητάμε, τρώω και ετοιμάζομαι να φύγω. Μεταξύ άλλων, γνώρισα (στο κατώφλι της πόρτας) έναν μεγαλόσωμο νεαρό δάσκαλο από τη Δομινικανή Δημοκρατία, και δύο κοπέλες από το Μεξικό. Πανευτυχής λοιπόν, που βρίσκω άτομα από χώρες που θα ήθελα να επισκευτώ στο μέλλον, πιάνουμε την συζήτηση για τις χώρες τους, και για όμορφα μέρη που έπρεπε να δω. Στεκόμασταν 4 άτομα στην πόρτα της κουζίνας, εμποδίζοντας όλους τους υπόλοιπους περαστικούς, και μιλούσαμε για ώρα. Τα είπαμε, γελάσαμε, προσπάθησα να μιλήσω τα ισπανικά μου, με βοήθησαν, και τελικά συστηθήκαμε. (το αναφέρω γιατί υπήρξαν φορές σε αυτό το ταξίδι όπου πέρασαν μέρες μέχρι να μάθω το όνομα κάποιου. Συμβαίνει πολλές φορές να ζήσεις στιγμές μαζί με κάποιους, αλλά να μην έχετε ανταλλάξει ποτέ όνομα. Αυτό συμβαίνει γιατί οι συζητήσεις συνήθως ξεκινούν με κάθε άλλη είδους πρόφαση εκτός από την προφανή ερώτηση "πώς σε λένε;").
Τους χαιρετώ προς το παρόν, και πάω να αράξω πάλι στους κοινόχρηστους χώρους για να συνεχίσω τις εργασίες στο ίντερνετ.
Μετά από καμια ώρα, εμφανίζεται πάλι η ίδια παρέα, ανταλλάζουμε δυο κουβέντες, και μου λένε πώς ετοιμάζονται να πάνε στο σούπερμαρκετ για να αγοράσει ο καθένας τα δικά του. Με προσκαλούν σε περίπτωση που θέλω να συμμετάσχω στη δραστηριότητα. Για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα κάτι συγκεκριμένο που χρειαζόμουν. Αλλά σκέφτηκα πως αντί να κάθομαι με τον υπολογιστή μου μόνος, θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν πήγαινα για μια βόλτα με τα παιδιά. Ακόμη και μια βόλτα στο σούπερμαρκετ. Τους λέω το ναι λοιπόν, και ξεκινάμε όλοι μαζί για shopping therapy στο μανάβικο της γειτονιάς, έχοντας πλέον στην παρέα και μια γαλλίδα. 5 άτομα στο σύνολο. Αφού φτάνουμε εκεί, και ο καθένας ψάχνεται να δει τί θα φάει, πέφτει η ιδέα στο τραπέζι να βάλουμε όλοι λεφτά, και να μαγειρέψουμε όλοι μαζί κάτι. "Τί όμως", ήταν η δεύτερη ερώτηση. "Πρέπει να είναι κάτι περιποιημένο, μιας και είναι παραμονή πρωτοχρονιάς", αποφασίσαμε. Ένα χριστουγεννιάτικο δείπνο λοιπόν, με καλή παρέα.
Το μενού αποφασίζεται μέσα στα επόμενα 5 λεπτά, περιλαμβάνει μια μακαρονάδα σπεσιαλιτέ του φίλου από την Δομινικανή Δημοκρατία, σαλάτα για της βιταμίνες της, και γλυκό που θα έφτιαχνε η γαλλίδα για το μετά. Α, και ένα μπουκάλι κρασί για όσους έπιναν. Γυρίζουμε στο χόστελ με τις σακούλες μας, και η δουλειά αρχίζει. Ένας καθαρίζει καρότα και ζαρζαβατικά, άλλος ψιλοκόβει, βράσιμο, χτύπημα τις σάλτσες, γενικότερα προετοιμασία, κουβέντα και γέλιο. Σε κάποια φάση μάλιστα, η γαλλίδα γυρίζει και μας λέει πως είναι η πρώτη της φορά που κάνει χριστούγεννα μακριά από την οικογένειά της. Και αμέσως, σαν από ταινία, πεταγόμασταν όρθιοι ένας-ένας φωνάζοντας "Κι εγώ!"... "Κι εγώ!"... Λιώσαμε στο γέλιο. Κανείς μας δεν είχε ξανακάνει μόνος χριστούγεννα. Εκείνη την βραδιά κόψαμε όλοι μαζί έναν ομφάλιο λώρο.
Αφού ετοιμάσαμε το φαί, ένας ένας έφευγε για μπανάκι. Περίμενα όλοι να μπανιαριστούν προσέχοντας το φαί, μην μας το καταναλώσει κανένας άλλος λαίμαργος του χόστελ, και μετά έτρεξα κι εγώ να καθαριστώ από την κρεμμυδοσκορδίλα. Κι εκεί που ντυνόμουν, σκέφτομαι, "Μιας και το πήραμε τόσο σοβαρά, δεν βάζω τα καλύτερά μου;". Κι έτσι έβγαλα από το σάκο το μοναδικό μου πουκάμισο! woohoo! Πρώτη φορά που το φόρεσα σε αυτό το ταξίδι.
Το χόστελ είχε ένα γυάλινο δωμάτιο, απομονωμένο από τους υπόλοιπους κοινόχρηστους χώρους. Αδράξαμε αμέσως την ευκαιρία και καταλάβαμε το δωματίο μόνον για την πάρτη μας. Μέχρι να φτάσω κάτω, το τραπέζι ήταν έτοιμο. Στην παρέα είχε προστεθεί ένας βραζιλιάνος και μια κοπέλα από το καμερούν. Το δείπνο ήδη σερβιρισμένο, μια υπέροχη, μερακλίδικη μακαρονάδα, μπόλικη σαλάτα στη μέση για όλους, ο υπολογιστής του φίλου να παίζει frank sinatra, και κεριά παντού να μας χαρίζουν τον απαλό, εορταστικό φωτισμό τους. Πινελιές σαν κι αυτές ήταν που άλλαξαν το σκηνικό από όμορφο σε μαγικό.
Φάγαμε, γελάσαμε, κεραστήκαμε, ήπιανε, βγήκαμε φωτογραφίες, μαζέψαμε τραπέζι, πλυναμε πιάτα, και ξαναμαζευτήκαμε στους κοινόχρηστους χώρους. Το πλάνο στην αρχή ήταν να βγούμε όλοι μαζί για χορό σε κάποιο κλάμπ του Μπουένος Άιρες αλλά παραδόξως, τα πιο πολλά ήταν κλειστά. Δεν δούλευαν. Συνηθίζεται στην Αργεντινή ο κόσμος να περνά την παραμονή με φίλους στο σπίτι και όχι παρτάροντας έξω. Οπότε βάλαμε μουσικούλα στο χόστελ και κάναμε χαβαλέ ο ένας τον άλλο.
Κι εκεί που χορεύαμε και παίζαμε μπιλιάρδο (multi-tasking) μια νέα ιδέα γεννήθηκε μέσα σε αυτό το κλίμα ευφορίας! Ο καθένας θα μάθαινε στους υπόλοιπους, κάποιο χορό από την πατρίδα του. Χόρεψα σάμπα, σάλσα, τανγκό, merengue, κάτι αφρικάνικο, κάτι γαλλικό και κάτι άλλο που δεν θυμάμαι από ποιά χώρα ήταν. Στο τέλος ήρθε και η σειρά μου! Είπα να τους μάθω συρτάκι αλλά κάπου μπέρδεψα τα βήματα (ντροπή μου!) και αποφάσισα να μην δημιουργήσω νέο ρεύμα ελληνικών παραδοσιακών χορών στην Λατινική Αμερική, οπότε έβαλα να παίζει Σαββόπουλος και "Ας κρατήσουν οι χοροί", τους έβαλα σε έναν κύκλο και χοροπηδούσαμε γύρω γύρω από το μπιλιάρδο, φωνάζοντας λαλαλα ΛΑ λααα, λαλαλαλαλαλα.... Είχα λιώσει στο γέλιο γιατί αναρωτιώμουν... "Βρίσκομαι στην άλλη άκρη του κόσμου, παραμονή χριστουγέννων, με 10 διαφορετικές εθνότητες αγκαλιασμένες όλες μαζί να με ακολουθούν χορεύοντας και τραγουδόντας Σαββόπουλο. πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο;"
Με το τέλος της βραδιάς δώσαμε υποσχέσεις για επανένωση, αφού την άλλη μέρα οι μισοί θα έφευγαν συνεχίζοντας το ταξίδι τους (μαζί κι εγώ), και πέσαμε για ύπνο.
Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ πώς έτσι θα κατέληγα να περνώ την παραμονή Χριστουγέννων, "μόνος". Ήταν μια βραδιά απρόσμενη. Και φυσικά, αυτό ακριβώς ήταν που την έκανε τόσο υπέροχη. Το απρόσμενο. Το απρόοπτο. Το απροσδόκητο. Το αυθόρμητο. (δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο συνώνυμο αυτή τη στιγμή. 4 λέξεις είναι καλά. Συγχωρήστε με, έκανα ότι μπορούσα.). Έχω την εντύπωση πως ο κόσμος ορισμένες φορές διατηρεί πολύ υψηλές προσδοκίες για ορισμένα πράγματα, με αποτέλεσμα όταν έρθουν να μην τα απολαμβάνει. Ορισμένες φορές οι προσδοκίες καταλήγουν να σκότωνουν την ίδια την εμπειρία. Γι'αυτό γενικά, σαν ένα χαζό παιχνίδι του μυαλού όπου προσπαθώ να κοροιδέψω τον εαυτό μου, προσπαθώ να είμαι λίγο συντηρητικός και να μην κάνω σκέψεις για το "πώς θα είναι...", ώστε όταν έρθει η ώρα, να μπορέσω να το απολαύσω περισσότερο.
Αυτά για σήμερα. Πάω για ύπνο. Αυτή τη στιγμή, με φιλοξενεί ένας φίλος βραζιλιάνος στην Recife. Αύριο ξεκινά το καρναβάλι, και θέλω να είμαι ξεκούραστος. Η Βραζιλία με χρειάζεται. Φιλιά σε όλους! Να προσέχετε, να τρώτε καλά και να κοιμάστε καλά, ώστε όταν γυρίσω να σας βρω πιο υγιείς και πιο δυνατούς από ποτέ, εεε!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου