Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

"Η τουαλέτα αντεπιτίθεται". Σύντομα στους κινηματογράφους


Πριν ξεκινήσω την αφήγηση του ταξιδιού μου στην Βραζιλία, θα αφηγηθώ πρώτα μια μικρού μήκους, που συνέβη μόλις πριν από 5 λεπτά. Για τίτλο της ταινίας θα επέλεγα το “Η τουαλέτα αντεπιτίθεται”, αλλά θα ταίριαζε εξίσου και το “Η εκδίκηση της τουαλέτας” ή το... “Τουαλέτα: Η εξέγερση”. Οπότε θα το αφήσω ανοιχτό και οι φίλοι αναγνώστες μπορούν στο τέλος της αφήγησης να διαλέξουν οι ίδιοι τον τίτλο που τους αρέσει περισσότερο, και να το γράψουν από κάτω, στα σχόλια ('Ετσι υπάρχει και μια διαδραστικότητα).

Κάποια εισαγωγικά όμως πρώτα.
Μόλις σηκώθηκα από έναν 4ωρο ύπνο στο λεωφορείο που ξεκίνησε από το Σαλβαντόρ της Βραζιλίας, και κινείται (αυτή τη στιγμή που μιλάμε) προς την πρωτεύουσα, την Μπραζίλια. Η διαδρομή κρατά γύρω στο 24ωρο. Μετά έχω κατά πάσα πιθανότητα μια 4ωρη αναμονή για το επόμενο λεωφορείο, και μια ακόμη διαδρομή των 21 ωρών ώστε να φτάσω τελικώς στην Cuiaba' ή αλλιώς την “κωλοτρυπίδα του κόσμου”, όπως “χαϊδευτικά” την φωνάζουν όλοι οι Βραζιλιάνοι που δεν μένουν εκεί. Μου είπαν πως Iaba' στην γλώσσα των ιθαγενών της περιοχής, (εκείνων που κατέσφαξαν οι πορτογάλοι και τώρα δεν υπάρχουν) σήμαινε “κόσμος”, και cu στα βραζιλιάνικα πορτογαλικά σημαίνει κωλοτρυπίδα. Συγγνώμη για τις καθαρογραμμένες βωμολοχίες αλλά δεν θα πάψει να είναι αλήθεια, με όσα συμβολάκια κι αν το αντικαταστήσω.

Ξεκούραστος λοιπόν μετά από τον 4ωρο ύπνο στο λεωφορείο, αποφάσισα πως ήρθε η ώρα να γράψω λίγα πράγματα, συνοπτικά για τους τελευταίους 2 μήνες που έζησα στην Βραζιλία, τώρα που την αφήνω πίσω μου, και πριν προχωρήσω σιγά σιγά στην Βολιβία.

[Η ταινία ξεκινά με την ανάγκη μου να κατουρήσω.] Σε όλο το λεωφορείο σκοτάδι. Το απαλό φως του προβολέα πέφτει στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή, τονίζοντας έτσι τα έντονα συναισθήματα. Μορφασμοί δυσφορίας. Η επιτακτικότητα της ανάγκης είναι ξεκάθαρη. Δεν μπορεί να το αναβάλει άλλο. Σχεδόν μπορείς να ακούσεις τις σκέψεις του πρωταγωνιστή στο πρόσωπό του. “Ανάθεμα! Γιατί να πρέπει να κατουράμε. Γιατί πρέπει να βιώνουμε συστηματικά αυτή την μαρτυρική εμπειρία της επίσκεψης σε κοινόχρηστες τουαλέτες; και γιατί τόσο συχνά! Ας γινόταν μια στο χρόνο!” Σηκώνομαι. προχωρώ μέχρι την τουαλέτα του λεωφορείου. Ανατριχιαστική μουσική στο background για να μπερδέψει. Κλείνω την πόρτα πίσω μου. Όλα καλά μέχρι εδώ. Τίποτα δεν συνέβει. Κανένας δεν πέθανε. Όχι στο λεωφορείο τουλάχιστον (γιατί σύμφωνα με τις ανθρωπιστικές οργανώσεις έχουμε αρκετούς θανάτους με κάθε λεπτό που περνά. Αλήθεια λένε). Το λεωφορείο δεν κουνάει πολύ, στέκομαι όρθιος. Ροή φυσιολογική. Χρώμα υπόλευκο. Πριν όμως προλάβω να καταλάβω τί συμβαίνει η τουαλέτα, σαν από θαύμα, αρχίζει να φτύνει τα πάντα προς τα έξω υπό μορφή σιντριβανιού! Ότι εγώ προσέθετα, αυτή το έφτυνε κατά πάνω μου! “Μα τί στο καλό!” Παύση πυρών από μεριάς μου. Αυτή όμως συνεχίζει! Τραβώ το καζανάκι μπας και φτιάξει. Η ίδια εξοργίζεται στην προσπάθειά μου να την μανιπουλάρω, και με αναζωπυρωμένο μίσος φτύνει μαζί και τα βαθυγάλαζα σαπουνόνερα που χύθηκαν από το καζανάκι. Έτσι όπως είμαι, μαζεύω τα παντελόνια μου, και εξαφανίζομαι κλείνοντας την πόρτα πίσω μου. Δραπέτευσα, ευτυχώς με μερικούς μόνον λεκέδες στα παπούτσια και μπατζάκια μου. Κοιτάζω τα εκτεθειμένα σημεία του δέρματός μου. Καμία μετάλλαξη μέχρι τώρα. Είμεθα ασφαλείς. “Να θυμηθώ να ξανατσεκάρω κι αργότερα”, σκέφτομαι. Σιγουρεύομαι ότι η πόρτα είναι κλειστή, κι ότι το θεριό δεν θα δραπετεύσει να πάρει την εκδίκησή του στην ανθρωπότητα, για την δουλειά που το καταδικάσαμε μια ζωή να κάνει.
Πάω στον οδηγό και προσπαθώ να του εξηγήσω σε αυτοσχέδια πορτογαλικά τη μηχανική του φαινομένου, έτσι όπως εγώ τουλάχιστον την κατάλαβα μέσα από εμπειρική παρατήρηση. Αφού λοιπόν τον έπεισα να κλειδώσει την τουαλέτα, για να μην πάει κανείς αμύητος εκεί μέσα, καθίσει και συνειδητοποιήσει ότι αυτό που έχει από κάτω του δεν είναι πλέον τουαλέτα αλλά μπιντές, γύρισα στην θέση μου, ως περίφανος άγνωστος ήρωας, και είπα να γράψω εδώ, μπας και βγει τίποτα καλό απ'όλη την ιστορία. Λίγο γέλιο τουλάχιστον.

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Ο βραζιλιανος παππούς του Σαλβαντόρ, 06/02/2013

Χθες γνώρισα έναν παππού βραζιλιάνο στο on the rock hostel. Ήταν ο πατέρας του νεαρού νοικοκύρη που λειτουργούσε το χόστελ. Ένας απίστευα συμπαθητικός άνθρωπος (ο παππούς. Όχι ο γιος. Αυτός φαινόταν λίγο χαραμοφάης). Από την πρώτη στιγμή μου συμπεριφέρθηκε σαν να ήμουν παιδί του. (γιατί φαίνεται πως το πραγματικό του παιδί ήταν πράγματι χαραμοφάης, και ανάξιος της αγάπης του πατέρα. Εντάξει, ίσως να υπερβάλω λίγο. Απλά ήθελα να κάνω το σενάριο λίγο πιο δραματικό). Στο θέμα μας όμως... Αυτό που μου έκανε εντύπωση στον παππού, δεν ήταν τόσο η φιλοξενία του όσο η δίψα του για μάθηση και συναναστροφή. Από την στιγμή που έμαθε πως είμαι Έλληνας από την εξωτική Ελλάδα (και είναι πράγματι εξωτική. Ιδίως τον τελευταίο καιρό), έδειξε τεράστιο ενδιαφέρον για τη χώρα. Τον ενθουσίαζε το γεγονός ότι είναι τόσο παλιά. Κάθε φορά που του έλεγα για "καταστάσεις" προ χριστού με κοιτούσε με ένα περίεργο δέος λες και ήμουν εγώ που έζησα τόσα χρόνια. Κάθε τί "προ χριστού" του φαινόταν τόσο μακρινό. Σα να μην του είχε πει ποτέ κανείς πως υπήρχε ζωή πριν τον Χριστό. Του είπα για τα ονόματα των αδελφών μου και την ιστορία πίσω από αυτά. Του μίλησα για τον Όμηρο, τον Οδυσσέα, τα ταξίδια του, και την Πηνελόπη, την γυναίκα του. (όσα δηλαδή κατάφερα να μάθω στα διαλείμματα μεταξύ των ύπνων που έκανα στο θρανίο, και για το οποίο, ναι το παραδέχομαι δημοσίως, μετανιώνω). Του μίλησα για την πόλη μου και τα νησιά μας. Και όσο εγώ μιλούσα με περίσσιο πάθος, αυτός σημείωνε σε ένα χαρτί ονόματα και τοποθεσίες. Για να τα απορροφήσει καλύτερα;...Δεν ξέρω. Για να τα googlάρει αργότερα;... Αμφιβάλω. Πάρ'αυτα, τα σημείωνε. Δείγμα πάθους για μάθηση. Ήθελε να δει πού μένω και πώς μοιάζει η πόλη μου, οπότε του έδειξα φωτογραφίες του λευκού πύργου και της παραλίας στο google.  Μετά του έδειξα φωτογραφίες της σαντορίνης, για να δει τί εννοούσα όταν μιλούσα για όμορφα νησιά. Μου εκμυστηρεύτηκε πως ποτέ δεν είχε βγει από την χώρα του τη βραζιλία, και πως ο κόσμος πρέπει να είναι τόσο όμορφος εκεί έξω.  Φαινόταν πως μελαγχολούσε για όλα τα πράγματα που δεν μπόρεσε να δει στη ζωή του, και δεν είχε την ευκαιρία να μάθει. Φαινόταν σα να προσπαθούσε να καλύψει όλο τον χαμένο χρόνο. (αντιλαμβάνεστε τί σημαίνει για όλους εμάς τους υπόλοιπους αυτό. Ποιό είναι το πόρισμα της ιστορίας. Ένα από τα πολλά δηλαδή... Θα το αφήσω να εννοείται). Σε κάποια φάση μάλιστα με ρώτησε για τις ώρες πτήσης και τα δρομολόγια που έκανα για να φτάσω εκεί. Ίσως να το σκεφτόταν, να ταξιδέψει στην εξωτική Ελλάδα. Την Ελλάδα της Φιλοσοφίας, της Δημοκρατίας, των Μύθων και των Τεχνών. Αλλά δεν τον ενθάρρυνα παραπάνω. Δεν υπήρχε λόγος άλλωστε. Μπουρδέλα έχουν και στην Βραζιλία. Δεν ήθελα να το απομυθοποιήσω οπότε συνέχισα να του μιλώ για τις παλιές δόξες. Εκείνες τις πολύ παλιές. Τις "προ χριστού", τις αρχέγονες.  

Λίγο αργότερα Η συζήτηση άλλαξε θέμα και πέρασε στην ανεξερεύνητη θάλασσα. Πόσα πράγματα υπάρχουν που δεν γνωρίζουμε για την θάλασσα. Το συζητούσαμε ενώ την είχαμε μαύρο πιάτο κι ήρεμο, στα πόδια μας. 

Μετά ήρθε η απίστευτη αρχιτεκτονική του ανθρώπινου σώματος. Πίστευε πως σχεδιαστήκαμε με σοφία. Του εξήγησα τον βιτρούβιο άνθρωπο του ντα βιντσι. Έμαθε πως το ύψος μας είναι το ίδιο με το άνοιγμα των χεριών μας. 

Από ένα σημείο και μετά μου εξηγούσε το τί σήμαινε γι αυτόν ο αριθμός 8, και πόσες φορές τον συνάντησε στη ζωή του. Μου'φερνε αντικείμενα που όλα είχαν κάποια σχέση με το 8. Τα φύλαγε σε μια μικρή βαλίτσα. Μου είπε πως αγαπούσε το 8 όχι μόνο για την τύχη που του έφερνε αλλά και για το σχήμα του. Γιατί δεν είχε καμία άκρη. Τότε του είπα πως αν το γύρει στα πλάγια θα συμβολίζει το άπειρο. Του εξήγησα την ιδέα πίσω από το σύμβολο του απείρου.  Του μίλησα για το οκτάεδρο. Ένα από τα 5 τέλεια γεωμετρικά σχήματα, τα μοναδικά σχήματα στις 3 διαστάσεις που έχουν ολες τους τις έδρες ίσες. Ότι μου ερχόταν στο κεφάλι το πετούσα, και κάθε φορά που με ρωτούσε κάτι επιπλέον σκεφτόμουν πόσα άτομα σαν αυτόν αδικήθηκαν από τη ζωή. Αδικήθηκαν από τον χρόνο και τον τόπο στον οποίο γεννήθηκαν. Πόσο μεγάλοι θα μπορούσαν να γίνουν αν είχαν τις δικές μου ευκαιρίες...


Υ.Γ. και όλα αυτά στα πορτογαλικά παρακαλω!!! Φιλιά σε όλους, να'στε καλά και να μαθαίνετε κάθε μέρα και κάτι καινούργιο.

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Buenos Aires, Παραμονή Χριστουγέννων

Λιιιγα λοοογια για το πώς ήταν η παραμονή πρωτοχρονιάς για μένα, μακριά από την οικογένειά μου για πρώτη φορά, και γενικότερα μακριά από κάθε άλλο γνώριμο πρόσωπο. Στο Μουένος Άιρες.

Το πρωί της παραμονής, κια γυρίζοντας από τα νότια της Αργεντινής, κάνω check-in σε ένα χόστελ στο κέντρο του Μπουένος Άιρες. Δεν είχα τίποτα κανονισμένο, και κανέναν για να περάσω την βραδιά μαζί. Ήλπιζα πως θα μπορούσα να κανονίσω κάτι με τα παιδιά από τη σχολή ισπανικών που είχα γνωρίσει νωρίτερα μέσα στο μήνα, ώστε να οργανώναμε κάτι όλοι μαζί. Όταν όμως προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί τους, όλοι ήταν άφαντοι. Παρόλα αυτά δεν αγχώθηκα. Ακόμη κι αν δεν έβρισκα κάποιον, σκόπευα να βγω για έξοδο στα μπαράκια της αργεντινής μόνος, και θα το γλεντούσα εκεί.

Έχει φτάσει μεσημέρι τώρα, έχω χασομερήσει αρκετά στο ίντερνετ οργανώνοντας τις επόμενες μέρες του ταξιδιού μου, και σηκώνομαι για την κουζίνα, να μαγειρέψω κάτι να φάω. Βρίσκω κι άλλο κόσμο στην κουζίνα, να περιμένει καρτερικά για το δικό του νερό να βράσει. (Δεν μιλώ αλληγορικά. Έβραζαν μακαρόνια). Κόσμος μπαίνει... κόσμος βγαίνει.. και μιλάμε. Βραζιλιάνοι, ευρωπαίοι, και διάφοροι άλλοι λαοί του κόσμου μου δίνουν συμβουλές για τα μέρη τους, περιγράφουν τα δικά τους ταξίδια, συζητάμε, τρώω και ετοιμάζομαι να φύγω. Μεταξύ άλλων, γνώρισα (στο κατώφλι της πόρτας) έναν μεγαλόσωμο νεαρό δάσκαλο από τη Δομινικανή Δημοκρατία, και δύο κοπέλες από το Μεξικό. Πανευτυχής λοιπόν, που βρίσκω άτομα από χώρες που θα ήθελα να επισκευτώ στο μέλλον, πιάνουμε την συζήτηση για τις χώρες τους, και για όμορφα μέρη που έπρεπε να δω. Στεκόμασταν 4 άτομα στην πόρτα της κουζίνας, εμποδίζοντας όλους τους υπόλοιπους περαστικούς, και μιλούσαμε για ώρα. Τα είπαμε, γελάσαμε, προσπάθησα να μιλήσω τα ισπανικά μου, με βοήθησαν, και τελικά συστηθήκαμε. (το αναφέρω γιατί υπήρξαν φορές σε αυτό το ταξίδι όπου πέρασαν μέρες μέχρι να μάθω το όνομα κάποιου. Συμβαίνει πολλές φορές να ζήσεις στιγμές μαζί με κάποιους, αλλά να μην έχετε ανταλλάξει ποτέ όνομα. Αυτό συμβαίνει γιατί οι συζητήσεις συνήθως ξεκινούν με κάθε άλλη είδους πρόφαση εκτός από την προφανή ερώτηση "πώς σε λένε;").

Τους χαιρετώ προς το παρόν, και πάω να αράξω πάλι στους κοινόχρηστους χώρους για να συνεχίσω τις εργασίες στο ίντερνετ.

Μετά από καμια ώρα, εμφανίζεται πάλι η ίδια παρέα, ανταλλάζουμε δυο κουβέντες, και μου λένε  πώς ετοιμάζονται να πάνε στο σούπερμαρκετ για να αγοράσει ο καθένας τα δικά του. Με προσκαλούν σε περίπτωση που θέλω να συμμετάσχω στη δραστηριότητα. Για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα κάτι συγκεκριμένο που χρειαζόμουν. Αλλά σκέφτηκα πως αντί να κάθομαι με τον υπολογιστή μου μόνος, θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν πήγαινα για μια βόλτα με τα παιδιά. Ακόμη και μια βόλτα στο σούπερμαρκετ. Τους λέω το ναι λοιπόν, και ξεκινάμε όλοι μαζί για shopping therapy στο μανάβικο της γειτονιάς, έχοντας πλέον στην παρέα και μια γαλλίδα. 5 άτομα στο σύνολο. Αφού φτάνουμε εκεί, και ο καθένας ψάχνεται να δει τί θα φάει, πέφτει η ιδέα στο τραπέζι να βάλουμε όλοι λεφτά, και να μαγειρέψουμε όλοι μαζί κάτι. "Τί όμως", ήταν η δεύτερη ερώτηση. "Πρέπει να είναι κάτι περιποιημένο, μιας και είναι παραμονή πρωτοχρονιάς", αποφασίσαμε. Ένα χριστουγεννιάτικο δείπνο λοιπόν, με καλή παρέα.

Το μενού αποφασίζεται μέσα στα επόμενα 5 λεπτά, περιλαμβάνει μια μακαρονάδα σπεσιαλιτέ του φίλου από την Δομινικανή Δημοκρατία, σαλάτα για της βιταμίνες της, και γλυκό που θα έφτιαχνε η γαλλίδα για το μετά.  Α, και ένα μπουκάλι κρασί για όσους έπιναν. Γυρίζουμε στο χόστελ με τις σακούλες μας, και η δουλειά αρχίζει. Ένας καθαρίζει καρότα και ζαρζαβατικά, άλλος ψιλοκόβει, βράσιμο, χτύπημα τις σάλτσες, γενικότερα προετοιμασία, κουβέντα και γέλιο. Σε κάποια φάση μάλιστα, η γαλλίδα γυρίζει και μας λέει πως είναι η πρώτη της φορά που κάνει χριστούγεννα μακριά από την οικογένειά της. Και αμέσως, σαν από ταινία, πεταγόμασταν όρθιοι ένας-ένας φωνάζοντας "Κι εγώ!"... "Κι εγώ!"... Λιώσαμε στο γέλιο. Κανείς μας δεν είχε ξανακάνει μόνος χριστούγεννα. Εκείνη την βραδιά κόψαμε όλοι μαζί έναν ομφάλιο λώρο.

Αφού ετοιμάσαμε το φαί, ένας ένας έφευγε για μπανάκι. Περίμενα όλοι να μπανιαριστούν προσέχοντας το φαί, μην μας το καταναλώσει κανένας άλλος λαίμαργος του χόστελ, και μετά έτρεξα κι εγώ να καθαριστώ από την κρεμμυδοσκορδίλα. Κι εκεί που ντυνόμουν, σκέφτομαι, "Μιας και το πήραμε τόσο σοβαρά, δεν βάζω τα καλύτερά μου;". Κι έτσι έβγαλα από το σάκο το μοναδικό μου πουκάμισο! woohoo! Πρώτη φορά που το φόρεσα σε αυτό το ταξίδι.

 Το χόστελ είχε ένα γυάλινο δωμάτιο, απομονωμένο από τους υπόλοιπους κοινόχρηστους χώρους. Αδράξαμε αμέσως την ευκαιρία και καταλάβαμε το δωματίο μόνον για την πάρτη μας. Μέχρι να φτάσω κάτω, το τραπέζι ήταν έτοιμο. Στην παρέα είχε προστεθεί ένας βραζιλιάνος και μια κοπέλα από το καμερούν. Το δείπνο ήδη σερβιρισμένο, μια υπέροχη, μερακλίδικη μακαρονάδα, μπόλικη σαλάτα στη μέση για όλους, ο υπολογιστής του φίλου να παίζει frank sinatra, και κεριά παντού να μας χαρίζουν τον απαλό, εορταστικό φωτισμό τους. Πινελιές σαν κι αυτές ήταν που άλλαξαν το σκηνικό από όμορφο σε μαγικό.

Φάγαμε, γελάσαμε, κεραστήκαμε, ήπιανε, βγήκαμε φωτογραφίες, μαζέψαμε τραπέζι, πλυναμε πιάτα, και ξαναμαζευτήκαμε στους κοινόχρηστους χώρους. Το πλάνο στην αρχή ήταν να βγούμε όλοι μαζί για χορό σε κάποιο κλάμπ του Μπουένος Άιρες αλλά παραδόξως, τα πιο πολλά ήταν κλειστά. Δεν δούλευαν. Συνηθίζεται στην Αργεντινή ο κόσμος να περνά την παραμονή με φίλους στο σπίτι και όχι παρτάροντας έξω. Οπότε βάλαμε μουσικούλα στο χόστελ και κάναμε χαβαλέ ο ένας τον άλλο.
Κι εκεί που χορεύαμε και παίζαμε μπιλιάρδο (multi-tasking) μια νέα ιδέα γεννήθηκε μέσα σε αυτό το κλίμα ευφορίας! Ο καθένας θα μάθαινε στους υπόλοιπους, κάποιο χορό από την πατρίδα του. Χόρεψα σάμπα, σάλσα, τανγκό, merengue, κάτι αφρικάνικο, κάτι γαλλικό και κάτι άλλο που δεν θυμάμαι από ποιά χώρα ήταν. Στο τέλος ήρθε και η σειρά μου! Είπα να τους μάθω συρτάκι αλλά κάπου μπέρδεψα τα βήματα (ντροπή μου!) και αποφάσισα να μην δημιουργήσω νέο ρεύμα ελληνικών παραδοσιακών χορών στην Λατινική Αμερική, οπότε έβαλα να παίζει Σαββόπουλος και "Ας κρατήσουν οι χοροί", τους έβαλα σε έναν κύκλο και χοροπηδούσαμε γύρω γύρω από το μπιλιάρδο, φωνάζοντας λαλαλα ΛΑ λααα, λαλαλαλαλαλα.... Είχα λιώσει στο γέλιο γιατί αναρωτιώμουν... "Βρίσκομαι στην άλλη άκρη του κόσμου, παραμονή χριστουγέννων, με 10 διαφορετικές εθνότητες αγκαλιασμένες όλες μαζί να με ακολουθούν χορεύοντας και τραγουδόντας Σαββόπουλο. πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο;"

Με το τέλος της βραδιάς δώσαμε υποσχέσεις για επανένωση, αφού την άλλη μέρα οι μισοί θα έφευγαν συνεχίζοντας το ταξίδι τους (μαζί κι εγώ), και πέσαμε για ύπνο.

Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ πώς έτσι θα κατέληγα να περνώ την παραμονή Χριστουγέννων, "μόνος". Ήταν μια βραδιά απρόσμενη. Και φυσικά, αυτό ακριβώς ήταν που την έκανε τόσο υπέροχη. Το απρόσμενο. Το απρόοπτο. Το απροσδόκητο. Το αυθόρμητο. (δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο συνώνυμο αυτή τη στιγμή. 4 λέξεις είναι καλά. Συγχωρήστε με, έκανα ότι μπορούσα.).  Έχω την εντύπωση πως ο κόσμος ορισμένες φορές διατηρεί πολύ υψηλές προσδοκίες για ορισμένα πράγματα, με αποτέλεσμα όταν έρθουν να μην τα απολαμβάνει.  Ορισμένες φορές οι προσδοκίες καταλήγουν να σκότωνουν την ίδια την εμπειρία. Γι'αυτό γενικά, σαν ένα χαζό παιχνίδι του μυαλού όπου προσπαθώ να κοροιδέψω τον εαυτό μου, προσπαθώ να είμαι λίγο συντηρητικός και να μην κάνω σκέψεις για το "πώς θα είναι...", ώστε όταν έρθει η ώρα, να μπορέσω να το απολαύσω περισσότερο.

Αυτά για σήμερα. Πάω για ύπνο. Αυτή τη στιγμή, με φιλοξενεί ένας φίλος βραζιλιάνος στην Recife. Αύριο ξεκινά το καρναβάλι, και θέλω να είμαι ξεκούραστος. Η Βραζιλία με χρειάζεται. Φιλιά σε όλους! Να προσέχετε, να τρώτε καλά και να κοιμάστε καλά, ώστε όταν γυρίσω να σας βρω πιο υγιείς και πιο δυνατούς από ποτέ, εεε!

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

03/02/2013, Salvador, Brasil

[Εισαγωγικό σημείωμα: Περιγραφή τόπου και χρόνου] Αυτή τη στιγμή είμαι στο Σαλβαδόρ της Βραζιλίας, σε ένα χόστελ χτισμένο στα βράχια, δίπλα ακριβώς από το κύμα. Είναι βράδυ και ετοιμάζομαι να περάσω τα έξοδά μου σε ένα excelακι που έχω φτιάξει για να τα παρακολουθώ, και είπα να γράψω κάτι που με ταλαιπωρεί κατά καιρούς γιατί συναντώ συχνά σε συζητήσεις με άλλους ταξιδιώτες.


Συνειδητοποίησα πόσο δεμένος είμαι με τον τόπο μου, όταν ένας φίλος αργεντίνος που γνώρισα μόλις χθες εδώ, στο Σαλβαντόρ, μου απάντησε πως δεν σκοπεύει να γυρίσει πίσω στην πατρίδα του ποτέ, και αυτόματα ψυχοπλακώθηκα. Το πλάνο του προς το παρόν είναι να φτάσει στο Μεξικό και να βρει μια προσωρινή δουλειά εκεί, (έχει φίλους που μπορούν να τον βοηθήσουν) και μετά να συνεχίσει να ταξιδεύει στην Κεντρική Αμερική. Και όσο μου το περιέγραφε, τόσο περισσότερο ψυχοπλακωνόμουν. Γιατί φαινόταν πως δεν θα έβλεπε ποτέ κανέναν από τους "δικούς του" ξανά.


Έχω γνωρίσει κατά καιρούς πολλούς που δεν έχουν αυτή την τρέλα "αγαπώ την πατρίδα μου κι ας είναι χάλια". Και πάντα το μοτίβο είναι το ίδιο. Η ίδια απάντηση στην ερώτηση "δεν σου λείπουν η οικογένεια και οι φίλοι σου;". Ένα χαμογελαστό όχι.


Και αναρωτιώμουν γιατί. Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό; Να το λένε τόσο εύκολα; Είμαι τόσο μαμόθρευτο τελικά, που δεν νιώθω έτσι; Αλλά τελικά είναι λογικό. Είναι πιο εύκολο για ορισμένους ανθρώπους. Γιατί φαίνεται πως ποτέ δεν είχαν πραγματικούς φίλους, ούτε σχέσεις αγάπης με την οικογένειά τους. Φαίνεται πως η ζωή τους εκεί ήταν τελείως συμβατική. Από την μία είναι μεγάλη μαγκιά τους που έχουν τ'[CENSORED]α να βγουν από την ασφάλεια της φωλιάς τους, και να εκτεθούν σε κάθε είδους περιπέτεια ψάχνοντας για την ευτυχία τους σ'ολόκληρο τον κόσμο. Αλλά από την άλλη, όταν σκέφτομαι ότι δεν έχουν κάποιο άτομο στον τόπο τους που μπορούν να αποκαλούν φίλο ή οικογένεια και να το εννοούν, ψυχοπλακώνομαι... θλίβομαι... πως το λένε.


Αν ποτέ μελαγχόλησα σε αυτό το ταξίδι, δνε ήταν ούτε γιατί περνώ δύσκολα, ούτε γιατί βαρέθηκα. Ήταν καθαρά για τα όλα τα πρόσωπα που έχω αφήσω πίσω και αγαπώ, και με τα οποία θέλω να ζήσω πράγματα. Και μου λείπουν. Αλλά για να συμβεί αυτό, πάει να πει ότι έχω κάποια πρόσωπα που έχουν μεγάλη σημασία για μένα. Και είναι θλιβερό να βλέπω ανθρώπους που δεν το έχουν αυτό.


Για να φανώ όμως και λίγο οπτιμιστής, πιστεύω πως με τον καιρό θα το βρούν, απλά σε ένα μέρος διαφορετικό από αυτό που γεννήθηκαν. Θα γνωρίζουν άτομα με τα οποία θα δεθούν, ενδεχομένως άλλους ταξιδιώτες με τον ίδιο σκοπό και τα ίδια μυαλά, θα ταξιδέψουν μαζί και θα αναπτύξουν φιλίες και σχέσεις με πρόσωπα που τους ταιριάζουν περισσότερο. Το βλέπω να συμβαίνει δηλαδή... Έχω γνωρίσει κόσμο που τις καλύτερες φιλίες τις έκαναν στην άλλη άκρη του κόσμου, μέσα από τα ταξίδια τους.


Αυτά προς το παρόν... καταγράφηκαν κι αυτές οι σκέψεις.


Υ.Γ. Πριν 3 μέρες είχα και το πρώτο job offer από ένα hostel στο Ρίο ντε Ντζανέιρο. Αν χρειαστώ ποτέ δουλειά, τώρα ξέρω πού να πάω χαχχαχαχααχ
α
(Το χόστελ εκείνο το τρέχουν 4 νεαροί φίλοι, που ταξίδευαν για χρόνια σε όλο τον κόσμο και αποφάσισαν να ξεκινήσουν κάτι όλοι μαζί. Έμεινα σε κείνους 3 μέρες, αλλά είχαμε πολύ καλή χημεία. Πέρασα υπέροχα. Και πριν φύγω μου είπαν πως αν ποτέ κουραστώ, ή μου τελειώσουν τα λεφτά και βρίσκομαι κοντά, να πάω σε κείνους, να δουλέψω μαζί τους).

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Το πλάνο με τις χώρες θα αλλάξει. Απλά δεν ξέρω πως. Το μέλλον θα δείξει. Προς το παρόν δεν έχω ιδέα πώς θα κινηθώ. Το μόνο σίγουρο είναι Νότια Αμερική συν το Μεξικό μέχρι τον Ιούνιο, που θα φτάσω στις ΗΠΑ και καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα συναντήσω τον φίλο Γιώργο.

Μάλιστα αντί για:

Περού
Γουαδελούπη
Παναμά
Μεξικό

έχουμε:

Βολιβία
Χιλή (μόνον στον βορρά)
Περού
Μεξικό

Από κει και πέρα, το χάος...

Η γενική ιδέα είναι να μειώσω τον αριθμό των χωρών που θα επισκεφτώ, και να αυξήσω τον χρόνο σε κάθε μία, ώστε να τις δω καλύτερα. Άλλωστε, δεν θέλω να τρέχω σαν τον τρελό, ξοδεύοντας όλα μου τα λεφτά σε μεταφορικά κι όλον μου τον χρόνο μου στο δρόμο. Αν μάλιστα έχω περισσότερο χρόνο για κάθε χώρα, μπορώ να ακολουθήσω τα κρυμμένα της μονοπάτια, και όχι να δω μόνον τα μεγάλα τουριστικά της κέντρα. Μπορώ να την εξερευνήσω καλύτερα. Αυτή τη στιγμή έχω χάσει κάποια ψιλοάγνωστα, αλλά πολύ καλά σημεία, εδώ στην Βραζιλία, και έχω σπαστεί λίγο, που δεν είχα το χρόνο, να τα προσέξω, και φυσικά να τα επισκευτώ. Έμαθα γι'αυτά αφού έφυγα...

Αυτά προς το παρόν!

Εύχομαι να'στε όλοι καλά, χαρούμενοι, και να υγιαίνετε!