Μετά από το παλαβό 3ήμερο ταξίδι, βρήκα ένα καλό hostel "for gringos" στην Santa Cruz και κούρνιασα εκεί για 2 μέρες ώστε να μπορέσω να οργανώσω τον υπόλοιπο μήνα. Κι ενώ καθόμουν στο κρεβάτι και χάζευα τους οδηγούς του χόστελ (συμβαίνει κάποια χόστελς να έχουν βιβλιοθήκες με μυθιστορήματα και τουριστικούς οδηγούς που άλλοι ταξιδιώτες αφήνουν πίσω τους), πιάσαμε συζήτηση με μια Τσέχα συγκάτοικο, αλάνι, για τα σχέδιά μας. Μέσα στη συζήτηση μου πέταξε κάτι για μια πινακίδα, κάπου 40 χλμ πριν από το επόμενο χωρίο, την Samaipata, που αν την ακολουθήσω, αν περάσω από μια γέφυρα, και τέλος αν περπατήσω κανά 10λεπτο μέσα στη βλάστηση (τροπικό το κλίμα), θα συναντήσω μια βιολογική φάρμα, όπου μπορώ να δουλέψω εκεί για φαί και στέγη.
"Εδώ είμαστε", σκέφτομαι. "Αύριο φεύγουμε για την φάρμα." Ανάγκη από λεφτά δεν είχα, αλλά με τράβηξε η μυρωδιά της περιπέτειας και η όρεξη να μάθω περισσότερα για την καλλιέργεια της γης.
Το άλλο πρωί βρισκόμουν στη οδό απ'όπου ξεκινούσαν κάτι υβρίδια μεταξύ ταξί και λεωφορείου, για τη Samaipata. Πιάνω συζήτηση με τον οδηγό και του εξηγώ ότι δεν σκοπεύω να φτάσω μέχρι Samaipata αλλά ψάχνω μια φάρμα 40 χλμ πιο πριν. Καταλαβαίνει για ποιά μιλάω. Άψογα. Ξεκινάμε. 2 ώρες οδικό ταξίδι κια ο οδηγός σταματά στη μέση του πουθενά. Μου υποδεικνύει μια χαριτωμένη ταμπέλα δίπλα από το δρόμο. Ανταλλάζουμε χαιρετισμούς, κρεμώ τις τσάντες πάνω μου, παίρνω μια ανάσα κι "άιντε φύγαμε!". Αν δεν έβρισκα τίποτα εκεί την είχα "κάτσει". Λοιπόν. Πινακίδα. Τσεκ. Γέφυρα. Τσεκ. 5 λεπτά περπάτημα. Ωπ! ένα σπίτι! Τσεκ. Κι ένας τυπάκος 14 χρονών να με κοιτάζει. Του εξηγώ τί ψάχνω. Μου απαντά σε άπταιστα αγγλικά (σπάνιο πράγμα εκεί) να συνεχίσω άλλα 5 λεπτά στο ίδιο μονοπάτι, και να ζητήσω την Σολ.
Ωπ! Δεύτερο σπίτι! Το υπόστεγό του είχε 2 μεγάλα τραπέζια γεμάτα με νεαρό κόσμο, ταξιδιώτες σαν εμένα. Γύρω στους δώδεκα με δεκατέσσερεις, αγόρια κορίτσα. Βλέπω μια μικρόσωμη, Βολιβιανή έγκυο να οργανώνει τους πάντες...
- Alex: "La señora Sol?"
- Sol: "Yes..."
- Alex: "Do you have work? Do you need help? I'm here to work." (ο άκυρος από το πουθενά...)
- Sol: "We need all the help we can get, but for now, introduce yourself, and sit down to eat. We're having lunch"
Κι έτσι ξεκίνησε η εμπειρία μου σε μια βιολογική φάρμα, χαντακωμένη στις παρυφές της Βολιβιανής ζούγκλας...
Η συμφωνία ήταν η εξής:
Διαμονή και 3 γεύματα για 12 ευρώ. Αν όμως αποφασίσω πως θέλω να δουλεύω 4 ώρες τη μέρα, τότε πέφτουμε στα 8. Που οκτώ ευρώ για 3 γεύματα και διαμονή στη βολιβία, δεν ήταν λίγα. Μπορούσα να την βγάλω και μάλιστα χωρίς να δουλεύω, αλλά φυσικά, έμεινα για την εμπειρία.
Υπήρχαν βέβαια ορισμένοι που έμεναν σε σκηνές έξω, και δουλεύοντας δεν πλήρωναν σχεδόν τίποτα. Εγώ όμως σκηνή δεν είχα να το παίξω κομμάντο.
Γιατί όμως να διαλέξει κάποιος να το κάνει αυτό, θα μου πείτε. Ακόμη κι αν δεν έχεις άλλα λεφτά να ταξιδέψεις, είσαι καθειλωμένος στο ίδιο μέρος. Δεν ταξιδεύεις. Ούτε κερδίζεις λεφτά ώστε να συνεχίσεις αργότερα τα ταξίδια σου. Ε, λοιπόν, η όλη κατάσταση ωφελούσε πολύ αν η πτήση του γυρισμού σου ήταν σε ένα μήνα, αλλά εσύ είχες ήδη μείνει άφραγκος από τα πολλά πάρτυ στην Βραζιλία. Άσε δε που ο χρόνος σου εκεί σίγουρα δεν πάει χαμμένος. Γνωρίζεις καθημερινά νέους ανθρώπους, δουλεύεις με τη γη νιώθοντας και πάλι παραγωγικός, ενώ παράλληλα τα απογευματάκια κάνεις τις εξορμήσεις σου στην πυκνή βλάστηση τριγύρω, ακολουθώντας μονοπάτια που θα σε βγάλουν σε καταρράκτες ανώνυμους και άγνωστους στο ευρύ κοινό. Πράγμα που σημαίνει γαλήνη.
Πώς πήγαινε το πρόγραμμα λοιπόν. Οι πιο πρωϊνοί τύποι ξυπνούσαμε γύρω στις 7 με 7:30. Νερό στο πρόσωπο, και αρχίζαμε τις βόλτες στους μπαχτσέδες, μαζεύοντας φρέσκα λαχανικά από λεμονόχορτο για το ζεστό αφέψημα του πρωϊνού, σε σπανάκια, άνιθο, τομάτες, αγγούρια και κάθε λογής ζαρζαβατικό για τα γεύματά μας. Ο μικρός που είχα συναντήσει την πρώτη μέρα πήγαινε κάθε πρωί στην αγελάδα "μας", ώστε να φέρει φρέσκο γάλα κατ'ευθείαν από τη πηγή, (είχα μάλιστα κι εγώ προσωπικά την τιμή μια φορά να κάνω το άρμεγμα. Μου πήρε ώρα αλλά κάτι έκανα...). Τα πηγαίναμε στην νοικοκυρά, η οποία ετοίμαζε ένα υπέροχο πρωϊνό, το οποίο και καταναλώναμε όλοι μαζί, οικογένεια και φιλοξενούμενοι ένα μεγάλο παρεάκι, στις 9 κάθε πρωί. Το κλίμα ήταν υπέροχο. Θύμιζε εκείνες τις οικογενειακές κυριακές που οργανώνουμε στην πατρίδα, μια στο τόσο. Η διαφορά ήταν πως αυτό πρώτον ήταν καθημερινό, και δεύτερον έλλειπαν οι ενοχλητικές υπερήλικες θείτσες.
Το μενού περιλάμβανε σπιτικό ψωμί πολύσπορο, με διάφορες αλοιφές. Σπιτικές μαρμελάδες, dulce de leche (γάλα κορεσμένο σε καστανή ζάχαρη. Ένα γλυκό που κυριαρχεί στην Λατινική Αμερική. Οι νοικοκύρηδες εκεί το έφτιαχναν μόνοι τους. Σουπερ), κέικ με διάφορα αρωματικά βότανα, ζεστά αφεψήματα, σαλάτα (για πρωινό), τυρί από το γάλα της αγελάδας της γειτονιάς, πολύ αβοκάντο, και μια υπέροχη αλοιφή με μαϊντανό, λάδι, αλάτι και πολύ σκόρδο. Πολύ σκόρδο. Το γράφω δύο φορές για να το εμπεδώσουμε. Πνιγμένο στο σκόρδο. (Έσβηνες την έντονη γεύση με λίγο αβοκάντο αργότερα.)
Πιστεύω πως το σκόρδο που τρώγαμε κάθε πρωί μας γλύτωσε από πολλούς βλαβερούς μικροοργανισμούς που πιθανώς να πετούσαμε στο στομάχι μας, αφού πιάναμε ότι αηδία βρίσκαμε γύρω μας, δουλεύαμε όλη μέρα, και σπανίως πλέναμε τα χέρια μας πριν από το φαί. Κι όμως επιβιώσαμε, χωρίς πολλές ξαφνικές επισκέψεις στην τουαλέτα.
Στις 10 ξεκινούμε δουλειά, για 4 ώρες. Η κατανομή εργασίας γίνεται σύμφωνα με τις ανάγκες των εργασιών, τις δυνατότητες του καθενός και τις ορέξεις του. Εγώ βοηθούσα στις βαριές δουλειές του χτισίματος και στο χωράφι. Τους είχα πει πως θέλω να κάνω κάτι που θα έχει είτε σωματική έργασία (άθληση δηλαδή) ή θα μάθαινα κάτι γύρω από την καλλιέργεια της γης. (προσοχή ακολουθεί φαλλοκρατικό σχόλιο. Οι σκληροπυρηνικές φεμινίστριες να κλείσουν τα μάτια) Οι παλικαράδες πιάσαμε όλες τις βαριές δουλειές, οπότε οι γυναίκες έμειναν... με την κουζίνα και το καθάρισμα. Στην κουζίνα λοιπόν! Κι αν είχαμε κουτσούβελα πάλι σε αυτές θα τα φορτώναμε! Τίποτα δεν είναι τυχαίο σε αυτόν τον κόσμο.
Το μεσημεριανό ήταν καθημερινά γύρω στις 3. Μαζευόμασταν πάλι όλοι, και αφού σκουπίζαμε τον τίμιο ιδρώτα από το μέτωπό μας, απολαμβάναμε παρέα τα αμιγώς χορτοφαγικά πιάτα. Τα πιο υπέροχα που έχω φάει ποτέ μου. Πίστευα πως μετά από τόση σωματική εργασία και χωρίς κρέας, θα πέθαινα της πείνας, αλλά οι ποσότητες ήταν τεράστιες, και τα πιάτα χορταστικότατα. Σαλάτες, ρύζια, μακαρόνια, γεμάτα αρωματικά βότανα, καρυκεύματα, ορισμένες φορές τυρί και αυγά, όλα συνοδευόμενα με διάφορους φρέσκους χυμούς. Σχεδόν όλα αυτόσχεδιασμός. Οι νοικοκύρηδες έπαιζαν καθημερινά με τα υλικά που είχαν. Ακόμη και η παρουσίαση των πιάτων ήταν από μόνη της μια τέχνη. Γιατί οι τύποι ότι έκαναν το έκαναν με μεράκι.
Η όλη εμπειρία ήταν πολύ έξω τα συνηθισμένα. Καθημερινά στο τροπικό δάσος που κυκλοφορούσαμε μαθαίναμε και κάτι καινούργιο. Τα δηλητήρια και τα γιατρικά του. Τί σε πληγώνει και τί σε σώζει. Πώς να σέβεσαι τον ιστό της αράχνης, ποιό ξύλο κάνει για φωτιά και ποιό για τραπέζι, ποιό νερό να πιείς και ποιό να αποφύγεις, ποιό μυρμήγκι έχει κεντρί και ποιό όχι (πέτυχα και μετανάστευση μυρμηγκιών. Εντυπωσιακό φαινόμενο. Έμοιαζε με ταινία τρόπου. Ο τόπος είχε πνιγεί στα δηλητηριώδη μυρμήγκια). Μάθαμε τί ταράζει ένα φίδι και τί το ηρεμεί (είχαμε και ένα σπιτίσιο, ένα πανέμορφο, με χρώμα υπόλευκο, με το οποίο έπαιζα κάθε βράδυ). Περπατούσαμε τα μονοπάτια με κάτι εντυπωσιακές πεταλούδες. Οι πιο όμορφες που είχα δει ποτέ μου, ορισμένες μεγάλες όσο η ανοιχτή μου παλάμη. Με χρώματα μαγικά. Μία μάλιστα ήταν τόσο μεγάλη που στην αρχή νόμιζα ότι ήταν νυχτερίδα, μέχρι που ήρθε και κάθισε στο χέρι μου. Όταν έφυγε ένιωσα την ριπή του αέρα που πάρηγαγαν τα φτερά της. Το τέρας!
Σιγά σιγά η ζούγκλα έπαψε να είναι ένα συνονθύλευμα από κινδύνους. Στα μάτια μας ήταν πλέον μια παιδική χαρά γεμάτη διακριτές ομορφιές. Α, και πολλά φρούτα. Κάθε λογής. Μικρά, μεγάλα, πικρά, ξυνά, άγουρα, ώριμα, γλυκά, πράσινα, κίτσινα, κόκκινα, μωβ, μακρόστενα, οβάλ, θεοστρόγγυλα, με κουκούτσια και χωρίς (αλά σουλτανίνα). Δοκιμάζαμε τα πάντα κατ'ευθείαν από τα κλαδιά.
Για τις φουσκάλες στα χέρια μας, από την χειρονακτική εργασία χρησιμοποιούσαμε αλοε βέρα. Σχίζαμε τα φύλλα του κάκτου στη μέση και αλοίφαμε τις πληγές με το κολλώδες του υγρό. Και πράγματι γινόταν δουλειά. Πλέναμε τα χέρια μας με χυμό λεμονιού ή με στάχτη διαλυμένη στο ζουμί καλαμποκιού. Ειλικρινά είχε ακριβώς την ίδια άισθηση με τα βιομηχανικά σαπούνια (βλ. πάλμολιβ για τα χέρια).
Γι'αυτούς τους ανθρώπους κάθε τί γύρω τους είναι ένα εργαλείο. Όχι σαν εμάς σήμερα που χρειάζόμαστε ένα μπιχλιμπίδι για κάθε μικροδουλειά, καταλήγοντας να χρειαζόμαστε 10 ντουλάπια από σκεύη για να μαγειρέψουμε ένα πιάτο φαί. Εκμεταλλευόμασταν τα πάντα. Τραβούσαμε νερό από ένα πηγάδι που είχαν φτιάξει η ίδιοι. Τα υπολείμματα του φαγητού πήγαιναν για κομπόστ και μετά λίπασμα στους μπαχτσέδες. Μέχρι και τα πλαστικά τα φυτεύαμε στα θεμέλια, δημιουργώντας έτσι ένα στρώμα θερμικής στεγάνωσης. Τους φελούς από τα κρασία τους κάναμε πιόνια για το σκάκι. Σπασμένα γυάλινα ποτήρια έμπαιναν κι αυτά στους τοίχους του σπιτιού ως διακοσμητικά.
Υπήρχε δημιουργικότητα παντού γύρω μας.
Εδώ να αναφερθώ και στις υποδομές. Δεν είχαμε ιντερνετ. Προφανώς. Δεν είχαμε ούτε ρεύμα. Μόνον 2 λάμπες, μια για κάθε δωμάτιο το βράδυ, 1 μπρίζα για ηχεία-μουσική και 1 μπρίζα για κινητά και ηλεκτρικά εργαλεία. Αυτά φορτίζονταν είναι από ένα μικρό φωτοβολταϊκό, ή από ένα ποδήλατο με δυναμό που είχαμε στο υπόστεγο. Όποιος ήθελε την επιπλέον γυμναστική, βοηθούσε και στην τροφοδότηση του σπιτιού. Και καμιά φορά, απ'ότι κατάλαβα, "κλέβαμε" και λίγο ρεύμα από το γείτονα. Οι τουαλέτες και το μπάνιο ήταν στοιχειώδη. Είχαμε shit pits για τουαλέτες. Δηλαδή μια ξύλινη κατασκευή με έναν κουβά από κάτω. Έκανες την δουλειά σου, πετούσες τα χαρτιά μέσα και κανα-δυο χούφτες τσόφλια από φυστίκια για να τα καλύψεις και να μην μυρίζει. Στο τέλος της μέρας όλα γινόταν κομποστ. (για να μάθετε να τρώτε ενώ διαβάζετε το μπλογκ μου!)
Το μπάνιο ήταν έξω, νερό δροσερό, πράγμα που δεν σε πείραζε καθόλου βέβαια γιατί είχε μονίμως ζέστη, και ένα χαμηλό τείχος που σε κάλυπτε ίσα ίσα μέχρι τη μέση για το επίμαχο σημείο. Το χειρότερο ήταν πως το νερό το τραβούσαν από τον ποταμό. Οπότε σε περιόδους βροχών, όπως τον καιρό που ήμουν εγώ εκεί, περνούσαν δίπλα από το ποτάμι τα βόδια, έχεζαν, έβρεχε, η βροχή τραβούσε τα κακάκια στον ποταμό και μετά εμείς τα λουζόμασταν. Ακόμη δεν έχω καταλάβει πώς δεν βγάλαμε σκουλίκια στους πόρους μας. Τέλος πάντων. Δεν θα τρώτε όσο θα διαβάζετε αυτό το μπλογκ.
Εγώ κοιμόμουν στη σοφίτα, με 4 άλλα άτομα, σχεδόν στρωματσάδα. Δεν είχαμε κρεβάτια. Απλά είχαμε πετάξει τα υποστρώματα στο πάτωμα. Ήταν λες και είχαμε πυτζάμα πάρτυ κάθε βράδυ.
Παρόλα αυτά, τίποτα από τα παραπάνω δεν σου προκαλούσε έκπληξη. Όλα φαινονταν φυσιολογικά (και ήταν δηλαδή). Το μόνο που ένιωθες ήταν μια όμορφη, γαλήνια επαφή με την φύση γύρω σου. Σα να είχες έρθει ένα βήμα πιο κοντά. Όλα έδεναν μαζί μας. Δεν φοβόμασταν να λερωθούμε πια.
Μεγάλη προσοχή οφείλουμε να δώσουμε και στα 2 μεγαλύτερα παιδιά της οικογένειας, ηλικιών 14 και 6. Θα περίμενε κανείς πως εγκλωβισμένα έτσι όπως ήταν μακριά από τον κόσμο (και μάλιστα χωρίς ίντερνετ. Για να μην μιλήσω για το facebook. Ουάου), οι γνώσεις και οι εμπειρίες τους θα ήταν φυσικά περιορισμένες. Σωστά;
Κι όμως, εξαιτίας όλως των ταξιδιωτών που περνούν από δω σχεδόν καθημερινά, τα μικρά μιλούν 2 γλώσσες άπταιστα, γνωρίζουν πράγματα για ένα σωρό χώρες, άρπαζαν ότι τέχνη είχες να τους μάθεις (τους έμαθα 2 δυνατά origami. Την άλλη μέρα μου είχαν ετοιμάσει 10 από το καθένα), είναι απίστευτα κοινωνικά, πανέξυπνα, και ακριβώς επειδή κάνουν την ζωή που κάνουν, σε πολλά θέματα οι γνώσεις τους και ο τρόπος σκέψης τους είναι πολύ πιο προχωρημένος από τον δικό μας, των παιδιών της πόλης. Κάθε φορά που έβγαινα βόλτα για δουλειές με τον μικρό της οικογένειας έπαιρνα μαθήματα. Όχι μόνον για τεχνικά ζητήματα, πράγμα που ήταν φυσικό γιατί εγώ δεν είχα ποτέ έναν μπαχτσέ και μια ζούγκλα για να συλλέξω την τροφή μου αλλά το σούπερμαρκετ της γειτονιάς, αλλά και μαθήματα πανω σε βελτιστοποίηση διαδικασιών (κι ας μην ήξερε ο μικρός την λέξη logistics. Το μυαλό του δούλευε πάνω σε κάθε λεπτομέρεια, διώχνοντας κάθε περιττή κίνηση). Γενικότερα όμως και μαθήματα ζωής.
Μάλιστα ο μικρός σε κάποια φάση μου εμπιστεύτηκε ένα τετράδιό του, όπου είχε γραμμένο μέσα το αλφάβητο από 4-5 γλώσσες (πρόσθεσα με την σειρά μου και το Ελληνικό αργότερα) και συνέθετε από μόνος του λέξεις σε κάθε γλώσσα, σύμφωνα με τους ήχους που είχε μάθει ή σημειώσει από δίπλα.
Δυο λόγια και για τον τύπο που το ξεκίνησε όλο αυτό. Είναι μια ιστορία από μόνη της, αλλά θα προσπαθήσω να την συντομεύσω γιατί μέχρι τώρα το ξεφτίλισα. Αμερικανός. Στα 10 του χρόνια, και μετά από μια διαλυμένη οικογένεια, με τον πατέρα εξαφανισμένο και την μητέρα αλκοολική αποφασίζει να φύγει από το σπίτι, και για να σιγουρευτεί ότι δεν θα τον βρουν, περνά τα σύνορα για μεξικό. Ψωμολυσσά οπότε πάει και τα ταιριάζει με τσιγγάνους. Ζει και περιπλανιέται μαζί τους, μαθαίνει δυο τρεις τέχνες και μια γλώσσα ακόμη, μαθαίνει να παίζει μουσική από μικρό. Έχει πια μεγαλώσει. Επιστρέψει στην Αμερική. Παίζει μουσική από δω και από κει, και σχηματίζει με κάποιους άλλους συγκρότημα. Αρχίζουν τις πολύμηνες περιοδείες. Βγάζει πολλά λεφτά ως "ροκ σταρ" (όπως έλεγε), αλλά κάπου το όνειρο σταματά. Στα ενδιάμεσα δουλεύει ως γητευτής φιδιών για την βιομηχανία του αμερικανικού κινηματογράφου. Αργότερα τα παρατά όλα, αρχίζει να ταξιδεύει για μήνες, μαθαίνει διάφορες τέχνες στον δρόμο, ζώντας με τον ένα και με τον άλλο, και καταλήγει στην ζούγκλα της Βολιβίας. Φτιάχνει την στέγη του εκεί μόνος και απομονωμένος, και χάνεται για 3 χρόνια, μέχρι που οι βολιβιανοί φτάνουν να αποξηλώνουν τη ζούγκλα για να στήσουν καλλιέργειες (πιθανώς βαμβακιού ή καλαμποκιού). Οπότε το χαλούν την "φάση", τη ζαχαρένια του. Γυρνά στον υπόλοιπο πολιτισμό και την πρώτη βολιβιανή που συναντά σε μια πλατεία να πουλά χειροτεχνήματα, την παντρεύεται, και φτάνουν να έχουν 3 παιδιά, με την γυναίκα έγκυο στο 4ο (μέχρι εκεί τους πρόλαβα). Για 14 χρόνια, και αφού έχει αγοράσει την γη στις αρχές της ζούγκλας, χτίζει το σπίτι του, τους μπαχτσέδες του, και 2 ξενώνες μόνος του, με την γυναίκα του και με την βοήθεια όοολων των ταξιδιωτών που πέρασαν κατά καιρούς από εκεί. Ακόμη δεν είμαι 100% σίγουρος αν έλεγε αλήθεια για όλα αυτά, αλλά οι λεπτομέρειες και ο τρόπος διήγησης δεν άφηναν πολλά περιθώρια για αμφιβολίες.
Μέσα στο περιβάλλον αυτό, όπως ήταν φυσικό, έκανα φίλους, με τους οποίους αποφασίσαμε (μάλλον αυτοί αποφάσισαν και αργότερα με προσκάλεσαν να τους ακολουθήσω), για μια πεζοπορία μέσα στο Εθνικό Πάρκο Amboro της Βολιβίας, από το οποίο απήχαμε μόνο 2-3 χιλιόμετρα περπάτημα. Κι έτσι ξεκινά το δεύτερος σκέλος των ημερών μου στα δάση της Βολιβίας...