*fast forward* Την κοπανάω από το κοινόβιο - check-in στο χόστελ - ψώνια από σούπερμαρκετ - μαγείρεμα στη γαμάτη κουζίνα του χόστελ - πρώτη φλασιά νοσταλγίας - φαί - μπάνιο - και γρήγορα στο δωμάτιο για siesta. Όταν νιώθω άσχημα, πάω και την πέφτω για ύπνο. Είναι πολύ πιο εύκολο για ξαναγίνεις ευτυχησμένος όταν είσαι ξεκούραστος. Στο δωμάτιο γνωρίζω τον Bart (ολλανδός που αργότερα θα αποδειχθεί μεγάλος "παίκτης"). Είχε έρθει στη Λισαβόνα για να δει την Πορτογαλέζα γκόμενά του, η οποία περίμενε να τον δει από κοντά για να του πει ότι έχει ξενερώσει. Έπρεπε δηλαδή το παιδί να πληρώσει ένα σωρό λεφτά σε εισιτήρια και διαμονές, για να φάει την χυλόπιτα. Αυτό γιατί το κάνετε καλές μου κοπέλες; Επειδή αυτά "δεν λέγονται από το τηλέφωνο;" Μια χαρά λέγονται. Και είναι και πιο φτηνό. Σε χρόνο και χρήμα.
Τέλος πάντων, κι αυτός κι εγώ είχαμε τα μούτρα μας λίγο πεσμένα, και για να το γυρίσουμε κανονίσαμε να την πέσουμε για ύπνο για καμια ωρίτσα και μετά να πάμε για βόλτα-ποτάκι στο Bairro Alto (προφέρεται μπάιχο άλτο. Το διπλό "r" ή και στο τέλος της λέξης, γίνεται κάτι μεταξύ σε γ και χ). Μια γειτονιά της Λισαβόνας πίτα στα μπαράκια, με τον κόσμο να γεμίζει τους πεζόδρομους, και να πίνει το ποτάκι του έξω. Θυμίζει πολύ την Βαλαωρίτου στην Θεσσαλονίκη.
Μόλις προλάβαμε να κλείσουμε τα ματάκια μας για 5 λεπτά και να σου άλλοι δύο κεφάτοι βραζιλιάνοι συγκάτοικοι, ήρθαν και μας αναστάτωσαν. Ένα πράγμα μόνον έχω να πω για τους βραζιλιάνους. Τρελοί. Και ψυχάρες. (Δύο δηλαδή.) Είναι μακράν ο πιο τρελός λαός που έχω γνωρίσει μέχρι τώρα. Και ιδίως στην Λισαβόνα είναι πολλοί. Όχι μόνον τουρίστες αλλά και αρκετοί μόνιμοι. Ο λόγος προφανής, η κοινή γλώσσα, κάνει πολύ άνετη τη διαμονή τους εδώ. Και ενώ η Βραζιλία έχει πιο όμορφες παραλίες από την Πορτογαλία (fact), πιο όμορφο καιρό (fact), και πιο ανοιχτό κόσμο (δική μου εκτίμηση αν και δε νομίζω ότι θα διαφωνούσε κανείς οπότε και εδώ, fact), πολλοί βραζιλιάνοι έρχονται και μένουν μόνιμα στην Πορτογαλία για την ασφάλεια.
(έχω σπάσει όμως την ροή της ιστορίας και είναι καιρός να επιστρέψω...)
*Είσοδος των Βραζιλιάνων στη σκηνή*
Ήταν δύο. Ο Igor και ο Alex. Όχι δεν είμαι εγώ αυτός, ούτε ο Ιγκογ ο φανταστικός μου φίλος. Τον φανταστικό μου φίλο τον λένε Jimmy και είναι από τη Χώρα του ποτέ. Καλό παιδί, φοβερή παρέα όταν δεν έχεις κανέναν άλλο να μιλήσεις, αλλά παρεξηγημένος πολύ. δυσκολεύεται πολύ με τον κόσμο. Όλοι κάνουν λες και δεν υπάρχει.( Άλλο ένα διάλειμμα κακόγουστου χούμορ).
Ξαναβγάζουμε τις πυτζαμούλες μας λοιπόν, και φεύγουμε, 4 τον αριθμό πλέον, εγώ ο Bart ο Alex και ο Igor, για φαί. Και μετά για βόλτα στα μπαράκια της Λισαβόνας. Και μετά στα κλαμπάκια της. Όπου και φάγαμε σε όλα "πόρτα". Λογικό αν σκεφτεί κανείς ότι είμασταν 5 τύποι ο ένας πιο άκυρος από τον άλλο. Εγώ ο χειρότερος απ'όλους. Το πουλόβερ μου ήταν λερωμένο από τη στάχτη της χθεσινής πίτσας, και το παπούτσι μου είχε ένα θεοστρόγγυλο πορτοκαλί λεκέ από γλυκόξυνη σάλτσα του κινέζικου. Ευτυχώς έβρεξε χθες και ξεπλύθηκε. (Α! βέβαια...ξέχασα να αναφέρω ότι γίναμε 5 με πέμπτο έναν ακόμη βραζιλιάνο, τον Marcio).
Γυρίσαμε ψιλοαπογοητευμένοι, αλλά η βραδιά ήταν όμορφη, χάρη στην καλή παρέα. Δέσαμε πολύ ωραία με τα παιδιά. Ένα δέσιμο που το νιώθεις από τις πρώτες ώρες.
Τρίτη μέρα στη Λισαβόνα, και τρώω όλη τη μέρα με την βραζιλιάνικη κομπανία. Βόλτες, φαγάκι, και μια επίσκεψη στο Oceanario της Λισαβόνας. Γυρίζουμε στο χόστελ και η παρέα μεγαλώνει. Προστίθονται σ'αυτήν μια παρέα βραζιλιάνες. Είπαμε. πολλοί βραζιλιάνοι στη Λισαβόνα, και όποτε μπορούν συσπειρώνονται. Είμαστε τώρα στο common room του χόστελ, με κόσμο να αράζει στα αναπαυτικά πουφ, και οι βραζιλιάνοι αρχίζουν να βάζουν τα τραγουδάκια τους στον υπολογιστή του χόστελ. Μας μαθαίνουν να χορεύουμε σάμπα. Αποτυγχάνουμε παταγωδώς αλλά δε βαριέσαι...συνεχίζουμε. Και για να μην τα πολυλογώ, ξεκινά το μεγαλύτερο γλέντι στην ιστορία του χόστελ (έτσι τουλάχιστον μας είπε ένα παιδί που δουλεύει εκεί) με αμερική, ισπανία, πορτογαλία, γερμανία και άτομα από χώρες που ποτέ δεν γνώρισα να παίρνουν μέρος στο Χορό Δίχως Αύριο. (Το χόστελ ήταν μεγάλο, και είχε πολύ κόσμο). Υπήρχε κόσμος που σκόπευε να βγει έξω εκείνο το βράδυ. Ούτε ένας δεν έφυγε. Πραγματικά πιστεύω ότι εκεί την βραδιά κάναμε το καλύτερο γλέντι στη Λισαβόνα.
Το άλλο πρωί ο Bart είχε ξεχάσει και τη γκόμενά του και όλα, και έφυγε με τις καλύτερες αναμνήσεις. Για την ακρίβεια έφυγαν και οι τρεις συγκάτοικοι, Bart, Alex και Igor. Ο πρώτος για Ολλάνδία και οι βραζιλιάνοι για το CERN. Ήταν και οι δύο πυρηνικοί φυσικοί και ήθελαν να το επίσκευτούν από κοντά, τώρα που ήταν στην Ευρώπη. Δώσαμε τις αγκαλιές μας και τα e-mails, και την υπόσχεση ότι θα φιλοξενήσουμε αν περάσει κάποιος της παρέας από τα μέρη μας.
Το φοβερά ενδιαφέρον ήταν πως ενώ οι βραζιλιάνοι δεν μιλούσαν σχεδόν καθόλου αγγλικά (μόνον βασικές λέξεις) όχι απλώς συνεννοούμασταν, αλλά περνούσαμε και πολύ καλά μαζί! Μέσα σ'όλα έμαθα και κάποια πολύ βασικά πορτογαλικά. Και κατά την άποψή μου, τα πορτογαλικά των Βραζιλιάνων ακούγονται πολύ πιο όμορφα από αυτά των Πορτογάλων. Οι Τελευταίοι έχουν την συνήθεια να κόβουν πολύ τις λέξεις και κυρίως τα φωνήεντα, ενώ αντίθετα οι Βραζιλιάνοι τα τονίζουν.
(τώρα που ξαναδιαβάζω το κείμενό μου, σκέφτομαι να αλλάξω τον τίτλο σε "Ωδή στους Βραζιλιάνους")
Όταν ήμουν μικρότερoς άκουγα πολλούς πρεσβύτερους να μου λένε πως οι μοναδικοί πραγματικοί φίλοι που θα κάνω είναι στα χρόνια τα παιδικά και τα νεανικά. Και τον τελευταίο καιρό η ίδια άποψη άρχισε να παρουσιάζεται και σε συζητήσεις με συνομήλικούς μου. Η σκέψη δηλαδή, πως "ότι φίλους κάναμε, κάναμε". Από δω και πέρα τα νέα άτομα που θα γνωρίζουμε θα μπορούν να μπαίνουν μόνον στην κατηγορία "γνωστοί". Όχι πιο πάνω. Και προσπαθούσα να καταλάβω το γιατί. Η μόνη εξήγηση που μπορώ να δώσω, είναι πως για να αποκαλέσεις κάποιον φίλο, και να το νιώθεις, πρέπει να έχεις ζήσει ξεχωριστές στιγμές μαζί του, οι οποίες μάλιστα να έχουν αναδείξει κάποια χαρακτηριστικά του που σε κάνουν να τον εμπιστεύεσαι και να τον εκτιμάς. Το πρόβλημα είναι πως από μια ηλικία και μετά, δεν έχεις τον χρόνο να ζήσεις ξεχωριστές στιγμές με νέα άτομα, οι υποχρεώσεις είναι πολλές και ο ελεύθερος χρόνος λίγος. Και εκείνον θα τον αφιερώσεις στα άτομα που έχεις ήδη διαλέξει από τη ζωή σου μέχρι εκείνο το σημείο. Ακόμη χειρότερα, δεν υπάρχει η όρεξη να ανοιχτείς σε νέα πρόσωπα, και να τους δώσεις την ευκαιρία και τον χρόνο να σε μάθουν και να τους μάθεις καλύτερα. Όλα συνοψίζονται σε μια λέξη, τελικά. Χρόνος. Λιγοστεύει για μας όσο μεγαλώνουμε.
Σ'αυτό το ταξίδι μπορώ με σιγουριά να πω πως υπήρχαν άνθρωποι που αν μέναμε λίγο πιο κοντά, (και όχι στις δυο άκρες του κόσμου) θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε πολύ καλούς φίλους.
Μια φωτογραφία με την παρέα και ένα μουσικό βιντεάκι από εκείνη την βραδιά, πριν κλείσω...
