3 μέρες. 3.700 χιλόμετρα. (Στρογγυλεμένα προς τα πάνω)
27 Φεβρουαρίου του 2013 και είχε έρθει η ώρα να αποχαιρετήσω την Βραζιλία. Ήταν μια... δύσκολη απόφαση... *αναστεναγμός* αλλά αν δεν έφευγα σύντομα, δεν θα έφευγα ποτέ. Πέρασα τις τελευταίες μου μέρες στο Salvador της Bahia στην Βραζιλία, όπου μάλιστα (το λέω τώρα για να μην το ξεχάσω) συνάντησα για πρώτη φορά μετά από 4 μήνες τους πρώτους Έλληνες backpackers. Ένα ζευγαράκι, χρυσά παιδιά. Ταξίδευαν και οι ίδιοι για μήνες στη Λατινική Αμερική. Δεν ξέρω αν οι ίδιοι απόλαυσαν την παρέα μου αλλά εγώ το καταχάρηκα. Μιλούσα Ελληνικά ακατάπαυστα. Με βοήθησαν εκπληκτικά και με όλες τις πληροφορίες που μοιράστηκαν μαζί μου για την Βολιβία και το Περού. Ήταν ωραία παρέα. Κι ας ήμουν καμιά φορά "ο τρίτος με το φανάρι". Μέσα στη μέρα οργάνωνα το υπόλοιπο ταξίδι μου, έκανα τις έρευνές μου και τα διαβάσματά μου και το βράδυ έβγαινα να χαζέψω τους Αφρο-βραζιλιάνους να γλεντάνε σε ένα 3ήμερο after after (ναι, 2 φορές το after) carnaval party που είχε στηθεί στο Pelourinho. ΤΗΝ τουριστική γειτονιά του Salvador. (Εδώ να πούμε πως οι Βραζιλιάνοι πάντα ψάχνουν μια δικαιολογία για γλέντια, και φυσικά πάντα την βρίσκουν. Στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται πως ήθελαν να κρατήσει το καρναβάλι τους για λίγο παραπάνω. Κανα δυο βδομάδες επιπλέον, όχι πολύ.).
Το ταξίδι ξεκινά στις 6 το πρωί με 6 ώρες ύπνο. Ταξί μέχρι τα λεωφορεία. Αγοράζω το πρώτο εισιτήριο. Δεν είχα αγοράσει κανένα εισιτήριο μέχρι εκείνο το σημείο και θα χρειαζόμουν τουλάχιστον τρία. Ήξερα απλώς τα ωράρια και έκανα τον σταυρό μου να μην έχουν γεμίσει τα λεωφορεία. Στην Βραζιλία αν δεν είσαι μόνιμος κάτοικος, δεν μπορείς να αγοράσεις κανένα εισιτήριο μέσα από το ίντερνετ. Μόνον αυτοπροσώπως από τα αντίστοιχα τερματικά/σταθμούς ή κάποια agencies που ξέρουν να χρεώνουν καλά.
Παίρνω το λεωφορείο των 09:00 για Brasilia. 24 ώρες δρόμος. Συνθήκες καλές, με πολύ ύπνο και έναν στραβό αυχένα. Η Brasilia είναι η επίσημη πρωτεύουσα της Βραζιλίας (αν και πολλοί Βραζιλιάνοι θα διαφωνήσουν, θεωρώντας το Rio πρωτεύουσα. Κι έχουν δίκιο). Στέκεται αγέρωχα ξενέρωτη στην ενδοχώρα. Μια πόλη που δεν θα έπρεπε να θεωρείται Βραζιλία γιατί δεν μοιάζει σε τίποτα με αυτή. Είναι οργανωμένη, όλα ρέουν φυσιολογικά, ήσυχος κόσμος, εγκληματικότητα χαμηλή, χωρίς πολλά γλέντια, πάρτυ ή διασκέδαση γενικότερα. Όπως είπα, ξενέρωτη. Όλα τα κυβερνητικά γραφεία και οι υπηρεσίες είναι συγκεντρωμένες εκεί, αλλά τίποτα άλλο. Εκτός βέβαια από πολλές μικρές παραθρησκευτικές οργανώσεις (!), αλλά και ολόκληρες κοινότητες, που θέλουν να πιστεύουν κάθε είδους παλαβομάρα. Τώρα, γιατί συμβαίνει αυτό...
Όλο το σκηνικό ξεκίνησε με μια "προφητεία" ή τέλος πάντων ένα όνειρο που είχε κάποιος Ιταλός παπάς με το όνομα Ντομ Μποσκο (Dom Bosco), το 1883. Ο ίδιος υποστήριζε πως μεταξύ του 15ου και 20ου παραλλήλου της 3ης χιλιετίας μ.Χ. (2000+ μ.Χ.), θα γεννηθεί μια πόλη πλούσια, που θα αποτελέσει την νέα γη της επαγγελίας. Το '56 λοιπόν,ο τότε πρόεδρος της Βραζιλίας Kubitschek, υπό την επήρεια ναρκωτικών (πιθανολογώ) αποφάσισε να χτίσει μια ολόκληρη πόλη στη μέση του πουθενά, μεταξύ τυο 15ου και 16ου παραλλήλου. Έλεγαν πως ο βασικός λόγος μιας τέτοιας κίνησης ήταν η αναζωογόνηση του εσωτερικού της χώρας. Θα δημιουργούσε υποδομές και μια καλύτερη οικονομία για τους φτωχούς πληθυσμούς που ζούσαν εκεί. Εγώ επιμένω πως ήταν τα ναρκωτικά. Τέλος πάντων, αφού την έχτισαν σε χρόνο ρεκόρ, και η αυτοεκπληρούμενη προφητεία φαινόταν πως είχε αρχίσει να πραγματοποιείται, οι κάθε λογής φεγγαροχτυπημένοι άρχισαν με την σειρά τους, να μαζεύονται εκεί και να ιδρύουν οργανώσεις που επικοινωνούν με εξωγήινους, κοινότητες που θέλουν να ενοποιήσουν όλες τις θρησκείες, ομάδες ανθρώπων που μετενσαρκώνονται και λοιπά και λοιπά... Για ομαδικά όργια δεν ξέρω, δεν είδα τίποτα.
Έχει πολλή πλάκα γιατί με μια σύντομη βόλτα μπορεί κανείς να δει διάφορα σύμβολα από δω κι από κει, κάποια γνωστά (όπως τον Σταυρό, το άστρο του Δαβίδ, το μισοφέγγαρο, το μασονικό μάτι, πυραμίδες, ήλιους...), κάποια άλλα τελείως άγνωστα, και αρκετά τελείως κιτς. Πολύ όμως μίλησα για την Μπραζίλια.
Αφού έφτασα εκεί μετά από 24 ώρες, έφαγα άλλες 8 ώρες φέρνοντας βόλτες μέσα στην πόλη και χαζεύοντας τις παραξενιές της. Όταν ήρθε το απόγευμα, παίρνω άλλο λεωφορείο για Cuiaba. Θυμάστε την κωλοτρυπίδα του κόσμου; Ε, το επόμενο πρωί ήμουν εκεί. Ήθελα να χρησιμοποιήσω την Cuiaba ως ορμητήριο για τη Σαβάνα του Παντανάλ, ώστε να δω από κοντά την άγρια ζωή που φιλοξενεί ο τόπος εκείνος. Κροκόδειλους, αιλουροειδή, πουλιά, και διάφορα άλλα υπερτροφικά τρωκτικά. Η "ατμόσφαιρα" του ταξιδιού όμως σιγά σιγά χαλάει. Η συνεννόηση με το χόστελ είναι κακή. Δεν μπορώ να το βρω. Αναγκάζομαι να πάρω ταξί, πράγμα που με εκνευρίζει γιατί είναι ακριβά. Ο ταξιτζής καταλαβαίνει άλλα. Ψιλομαλώνουμε γιατί με έχει κουβαλήσει μέχρι την άλλη άκρη, πληρώνω κι άλλα για να βρω τον προορισμό μου. Μέσα στον εκνευρισμό χάνω το τετραδιάκι μου με όλες τις σημειώσεις (ευτυχώς ήταν καινούργιο και δεν είναι πολλά γραμμένα μέσα). Η πόλη φαίνεται τελείως αδιάφορη. Φτάνω στο χόστελ, (ένα χόστελ της κακιάς ώρας). Ξεκινώ να συζητώ το ενδεχόμενο να αγοράσω επιτέλους μια εκδρομή μέσα στο Παντανάλ, και εκεί ήταν που απογειώθηκε η φάση. Η τιμή που μου έκαναν για μια εκδρομή 3ων ημερών στον Παντανάλ ήταν κοροϊδία. Επειδή δεν ήταν high season, δεν είχε πολλούς άλλους τουρίστες ώστε να μοιραστούμε τα μεταφορικά, και τα φορτωνόμουν όλα εγώ. Οπότε έριξα μια μούτζα σε όλους από μέσα μου, κοιμήθηκα μερικές ώρες, και εν συνεχεία έτρεξα στο σταθμό με τα πόδια στην πλάτη για ένα ακόμη λεωφορείο, με προορισμό το Caceres (μια μικρή πόλη της Βραζιλίας κοντά στα σύνορα με την Βολιβία, όπου και ήθελα τελικώς να φτάσω). 4 ώρες διαδρομή. Φτάνω και αμέσως κανονίζω με έναν ταξιτζή στην πιάτσα να με κάνει βόλτες στην πόλη. Πρώτη στάση το αστυνομικό τμήμα για τα χαρτία εξόδου από τη χώρα, και έπειτα σε ένα ξενοδοχείο που είχα σημειώσει στον ταξιδιωτικό οδηγό, γιατί χόστελς δεν υπήρχαν. Αποδείχθηκε πως ήταν το καλύτερο που είχαν, και αυτό το ξέρω με σιγουριά γιατί στο διπλανό δωμάτιο έμενε ένας "μεγάλος" ποπ σταρ της μουσικής σκηνής της Βραζιλίας. Απ'αυτούς που το 99% του κοινού τους είναι ανήλικα. Έμοιαζε με το Νίνο. Και τον κάθε νίνο που έχουμε στην πατρίδα. Τραγικός.
Το δωμάτιο ήταν μαγεία για μένα. Ένα πεντακάθαρο διπλό κρεβάτι, ότι πρέπει για να κοιμηθώ σαν τον βιτρούβιο άνθρωπο, χέρια-πόδια τεντωμένα προς όλες τις κατευθύνσεις, μπάνιο και τουαλέτα μόνον για μένα (επιτέλους! μετά από τόσο καιρό δεν χρειάστηκε να απλώσω κωλόχαρτο για να καθίσω), με κλιματιστικό ΚΑΙ σαπουνάκια για το μπάνιο! Όλα στην προνομιακή τιμή των 30 ευρώ! Δυυυστυχώς όμως το χάρηκα μόνον για 7 ώρες γιατί έπρεπε να ξυπνήσω στις 4 το πρωί για να ξαναπάρω κι άλλο λεωφορείο (ο θεός να το κάνει) για τα σύνορα. (κατάρες! πότε θα σταματήσει το μαρτύριο).
Το "λεωφορείο" ήταν ένα βανάκι της κακιάς ώρας, κανα-δυο τύποι δεν είχαν πληρώσει εισιτήριο, έκαναν τουμπεκί, οπότε βρεθήκαμε να είμαστε περισσότερα άτομα απ'ότι οι θέσεις, ο ένας πάνω στον άλλο. Αλλά είχε πλάκα. Γήραμε τα κεφαλάκια μας, ο καθένας στον ώμο του διλπανού του και για 2 ώρες προσπαθούσαμε να κοιμηθούμε. Φτάνουμε στα σύνορα. Από εκεί παίρνουμε ομαδικώς ταξί για να τα περάσουμε, και να φτάσουμε στο San Mathias, ένα μικροοοο χωριουδάκι της Βολιβίας. Το ταξί ήταν έργο τέχνης. Το ταμπλώ (ότι είχε απομείνει τέλος πάντων από τα πολλά χρόνια βαριάς χρήσης) βρισκόταν μπροστά στον συνοδηγό, όχι στον οδηγό. Δεν ξέρω πως συνέβει αυτό. Μαγεία. Πράγματα έλλειπαν, οι δείκτες δεν δούλευαν, βίδες και σίδερα έσκουζαν, αλλά με έναν μαγικό τρόπο το αμάξι πήγαινε με 80 (Για οδηγό είχαμε τον βολιβιανό σουμάχερ) σε έναν χωματόδρομο που έμοιαζε με μάγουλο εφήβου με έντονη ακμή.
Φτάνουμε στο San Mathias κατά τις 6:30 το πρωί, γρήγορα στο migracion για να πάρουμε τις σφραγίδες εισόδου στη χώρα. Κλειστό. Πρέπει να περιμένουμε 1 ώρα τουλάχιστον.
Ευκαιρία να αλλάξω χρήματα, από τα βραζιλιάνικα reales στα bolivianos. Κοιτάζω δεξιά, κοιτάζω αριστερά. Νέκρα. Λες και βρισκόμουν σε χωριό φάντασμα. Είχα ακούσει πως υπάρχει ένα μικρό ανταλλακτήριο... κάπου. "Έχω μια ολόκληρη ώρα" σκέφτομαι, και αρχίζω να περπατώ στους χωματόδρομους του χωριού, σαν τον χαμένο, ψάχνωντας. Το βρίσκω εύκολα. Όλα καλά. Και με τα λεφτά αλλά και με την σφραγίδα. Η διαδικασία απλή και σύντομη.
Άλλο ένα ταξί από κει μέχρι τον σταθμό των λεωφορείων λίγο πιο έξω από το χωριουδάκι.
Περιμένουμε μέχρι τις 8:30 για το επόμενο λεωφορείο. Διαδρομή 15 ωρών εκ των οποίων οι 10 με 12 ήταν σε χωματόδρομο, με βροχή, και με το χειρότερο λεωφορείο που έχω μπει ως τώρα να ρίχνει μπαντιλίκια στη λάσπη. Χωρίς υπερβολή. Ο κώλος του λεωφορείου έφευγε δεξιά-αριστερά. Το μόνο που με καθησύχαζε ήταν πως ο οδηγός είχε μέσα στο λεωφορείο το μικρό του κοριτσάκι. Αν ο οδηγός με σκότωνε σε δυστύχημα, τουλάχιστον θα το πλήρωνε ακριβά...
Αστειεύομαι φυσικά. Κακία. Απλά σκεφτόμουν πως αφού ο οδηγός ήταν τόσο σίγουρος για τον εαυτό του, ώστε να έχει το κοριτσάκι του μαζί, ποιός είμαι εγώ για να αμφιβάλω;
Η διαδρομή στην αρχή φαινόταν...δύσκολη. Να διαβάσω κανένα βιβλίο δεν μπορούσα γιατί ανακατευόμουν, να παίξω παιχνίδια στο κινητό δεν μπορούσα γιατί δεν είχα. Άσε δε που και να είχα, δίσταζα να το βγάλω μέσα στο λεωφορείο. Και πηγαίναμε... και πηγαίναμε... μέχρι που νύχτωσε. Και η διαδρομή, από εντόνως βαρετή, μετατράπηκε σε μαγική με το που ήρθε το σκοτάδι. Όλοι είχαν ξεραθεί. Έβγαλα το κινητό για μουσικούλα.
Καθόμουν δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο. Το φυσικό μας κλιματιστικό. Αυτό μόνον είχαμε. Κατά την άποψή μου πολύ καλύτερο από τον αποστειρωμένο,στεγνό αέρα του air conditioner.
Κατασκόταδο παντού. Ησυχία. Ο ζεστός αέρας της βραδιάς με χτυπούσε κατάμουτρα (αλλά με ένα γλυκό τρόπο), είχα κρεμάσει το ένα μου χέρι έξω από το παράθυρο, άκουγα Frank Sinatra και Somewhere Beyong the Sea, και έβλεπα έξω, πότε τον βραδινό ουρανό (πεντακαθαρός και πνιγμένος στα άστρα γιατί δεν υπήρχε φωτορύπανση), και πότε τις άπειρες πυγολαμπίδες που έλαμπαν στις δασικές εκτάσεις δεξιά και αρίστερά από τον δρόμο. Μαγεία. Ορισμένες φορές μάλιστα κοιτούσα ψηλά και δεν ήμουν σίγουρος αν αυτό που έβλεπα ήταν πυγολαμπίδα ή κάποιο πεφταστέρι. Για κανα δίωρο αυτό το σκηνικό, κι η ψυχή μου είχε γαληνέψει. Μέσα σ'όλα είδα και ένα από εκείνα τα υπερτροφικά τρωκτικά που "έχασα" από το σαφάρι του Παντανάλ. Στο τέλος με πήρε ο ύπνος, ευτυχώς όχι ενώ ήμουν κρεμασμένος από το παράθυρο.
Φτάνουμε στη Santa Cruz της Βολιβίας κατά τις 12 το βράδι. Σ'έναν οδηγό που κουβαλούσα μαζί μου, είχα διαβάσει για ένα νέο, μοντέρνο και φτηνό ξενοδοχείο ακριβώς έξω από τον σταθμό. Όλα τα υπόλοιπα χόστελς έκλειναν γύρω στις 11, οπότε με το που φορτώθηκα το σαμάρι μου ξεκίνησα να βρω το ξενοδοχείο. Που βρισκόταν έξω από τον σταθμό. Την χειρότερη περιοχή δηλαδή. Πιάστηκε η καρδιά μου όταν άρχισα να την περπατώ. Δυσκολεύομαι να την περιγράψω. "Που στο δαίμονα είμαι;"
Οκ. Το βρίσκω γρήγορα. Μπαίνω μέσα... γρήγορα. Ξαναπιάνεται η καρδιά μου. "Τι ειν' τούτο;". Σαν οίκος ανοχής ήταν. Ξαναβγαίνω έξω. Ρίχνω καμια ματιά τριγύρω μπας και έχει κάτι καλύτερο η γειτονιά. Χλωμό. Ξαναμπαίνω μέσα, και παίρνω ένα δωμάτιο. Να θυμηθώ να κάψω τον οδηγό, και να καταραστώ την ψυχή της ηλίθιας που έγραψε το recommendation χωρίς να έχει επισκευτεί ποτέ το μέρος. Σοβαρή δουλειά έκανε. Έτσι κι εγώ ξέρω να γράφω οδηγούς. Παρεμπιπτόντως ήταν Rough Guide. Να τους αποφύγετε.
Τέλος πάντων για να μη τα πολυλογώ, έτσι έληξε το μεγάλο ταξίδι μεταξύ του Salvador της Βραζιλίας και της Santa Cruz της Βολιβίας. Στο χειρότερο "ξενοδοχείο" που είχα επισκευτεί, στις τουλάχιστον 3 τελευταίες μου ζωές μέχρι τώρα. Τουλάχιστον είχα ένα δωμάτιο να ξεραθώ. Θα ήμουν αχάριστος αν δεν το θεωρούσα πολυτέλεια. Και το πρωί, βλέπουμε τί θα κάνουμε. Χρόνο έχουμε... όρεξη να φύγουμε από κει έχουμε... Μια χαρά θα κυλήσει η μέρα. Και έτσι έγινε...
Μια νέα περιπέτεια είχε μόλις ξεκινήσει για τον μικρό Αλέξανδρο στην μακρινή χώρα της Βολιβίας...
Υ.Γ.1 Γενικά σε εκείνες τις 3-4 μέρες το ταξίδι είχε κάνει μια κοιλιά. Όχι εξαιτίας της κούρασης, που άλλωστε δεν ήταν και κάτι ιδιαίτερο, κι ας τα περιγράφω κάπως γλαφυρά, αλλά επειδή δεν είδα σχεδόν τίποτα και δεν γνώρισα απολύτως κανέναν. Αυτό από μια άποψη βοήθησε πολύ, προκαλώντας όλους τους εκτενείς διαλόγους που έκανα με τον εαυτό μου για μέρες ολόκληρες στα λεωφορεία, αλλά δεν βοήθησε ιδιαίτερα στην ψυχολογία.
Βέβαια ποτέ δεν κρατάει πολύ μια τέτοια κατάσταση. Με το που βρήκα το πάτημά μου ξανά, στη Santa Cruz, ήρθαν νέες παρέες, νέες εικόνες, νέες όμορφες στιγμές.
Υ.Γ.2 Ζητώ συγγνώμη αν σας κούρασα. Ίσως ενδόμυχα αυτός να ήταν και ο σκοπός μου. Αλλά αν κουραστήκατε εσείς που διαβάσατε την ιστορία, φανταστείτε εμένα που την έζησα! χαχαχαχαχα
27 Φεβρουαρίου του 2013 και είχε έρθει η ώρα να αποχαιρετήσω την Βραζιλία. Ήταν μια... δύσκολη απόφαση... *αναστεναγμός* αλλά αν δεν έφευγα σύντομα, δεν θα έφευγα ποτέ. Πέρασα τις τελευταίες μου μέρες στο Salvador της Bahia στην Βραζιλία, όπου μάλιστα (το λέω τώρα για να μην το ξεχάσω) συνάντησα για πρώτη φορά μετά από 4 μήνες τους πρώτους Έλληνες backpackers. Ένα ζευγαράκι, χρυσά παιδιά. Ταξίδευαν και οι ίδιοι για μήνες στη Λατινική Αμερική. Δεν ξέρω αν οι ίδιοι απόλαυσαν την παρέα μου αλλά εγώ το καταχάρηκα. Μιλούσα Ελληνικά ακατάπαυστα. Με βοήθησαν εκπληκτικά και με όλες τις πληροφορίες που μοιράστηκαν μαζί μου για την Βολιβία και το Περού. Ήταν ωραία παρέα. Κι ας ήμουν καμιά φορά "ο τρίτος με το φανάρι". Μέσα στη μέρα οργάνωνα το υπόλοιπο ταξίδι μου, έκανα τις έρευνές μου και τα διαβάσματά μου και το βράδυ έβγαινα να χαζέψω τους Αφρο-βραζιλιάνους να γλεντάνε σε ένα 3ήμερο after after (ναι, 2 φορές το after) carnaval party που είχε στηθεί στο Pelourinho. ΤΗΝ τουριστική γειτονιά του Salvador. (Εδώ να πούμε πως οι Βραζιλιάνοι πάντα ψάχνουν μια δικαιολογία για γλέντια, και φυσικά πάντα την βρίσκουν. Στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται πως ήθελαν να κρατήσει το καρναβάλι τους για λίγο παραπάνω. Κανα δυο βδομάδες επιπλέον, όχι πολύ.).
Το ταξίδι ξεκινά στις 6 το πρωί με 6 ώρες ύπνο. Ταξί μέχρι τα λεωφορεία. Αγοράζω το πρώτο εισιτήριο. Δεν είχα αγοράσει κανένα εισιτήριο μέχρι εκείνο το σημείο και θα χρειαζόμουν τουλάχιστον τρία. Ήξερα απλώς τα ωράρια και έκανα τον σταυρό μου να μην έχουν γεμίσει τα λεωφορεία. Στην Βραζιλία αν δεν είσαι μόνιμος κάτοικος, δεν μπορείς να αγοράσεις κανένα εισιτήριο μέσα από το ίντερνετ. Μόνον αυτοπροσώπως από τα αντίστοιχα τερματικά/σταθμούς ή κάποια agencies που ξέρουν να χρεώνουν καλά.
Παίρνω το λεωφορείο των 09:00 για Brasilia. 24 ώρες δρόμος. Συνθήκες καλές, με πολύ ύπνο και έναν στραβό αυχένα. Η Brasilia είναι η επίσημη πρωτεύουσα της Βραζιλίας (αν και πολλοί Βραζιλιάνοι θα διαφωνήσουν, θεωρώντας το Rio πρωτεύουσα. Κι έχουν δίκιο). Στέκεται αγέρωχα ξενέρωτη στην ενδοχώρα. Μια πόλη που δεν θα έπρεπε να θεωρείται Βραζιλία γιατί δεν μοιάζει σε τίποτα με αυτή. Είναι οργανωμένη, όλα ρέουν φυσιολογικά, ήσυχος κόσμος, εγκληματικότητα χαμηλή, χωρίς πολλά γλέντια, πάρτυ ή διασκέδαση γενικότερα. Όπως είπα, ξενέρωτη. Όλα τα κυβερνητικά γραφεία και οι υπηρεσίες είναι συγκεντρωμένες εκεί, αλλά τίποτα άλλο. Εκτός βέβαια από πολλές μικρές παραθρησκευτικές οργανώσεις (!), αλλά και ολόκληρες κοινότητες, που θέλουν να πιστεύουν κάθε είδους παλαβομάρα. Τώρα, γιατί συμβαίνει αυτό...
Όλο το σκηνικό ξεκίνησε με μια "προφητεία" ή τέλος πάντων ένα όνειρο που είχε κάποιος Ιταλός παπάς με το όνομα Ντομ Μποσκο (Dom Bosco), το 1883. Ο ίδιος υποστήριζε πως μεταξύ του 15ου και 20ου παραλλήλου της 3ης χιλιετίας μ.Χ. (2000+ μ.Χ.), θα γεννηθεί μια πόλη πλούσια, που θα αποτελέσει την νέα γη της επαγγελίας. Το '56 λοιπόν,ο τότε πρόεδρος της Βραζιλίας Kubitschek, υπό την επήρεια ναρκωτικών (πιθανολογώ) αποφάσισε να χτίσει μια ολόκληρη πόλη στη μέση του πουθενά, μεταξύ τυο 15ου και 16ου παραλλήλου. Έλεγαν πως ο βασικός λόγος μιας τέτοιας κίνησης ήταν η αναζωογόνηση του εσωτερικού της χώρας. Θα δημιουργούσε υποδομές και μια καλύτερη οικονομία για τους φτωχούς πληθυσμούς που ζούσαν εκεί. Εγώ επιμένω πως ήταν τα ναρκωτικά. Τέλος πάντων, αφού την έχτισαν σε χρόνο ρεκόρ, και η αυτοεκπληρούμενη προφητεία φαινόταν πως είχε αρχίσει να πραγματοποιείται, οι κάθε λογής φεγγαροχτυπημένοι άρχισαν με την σειρά τους, να μαζεύονται εκεί και να ιδρύουν οργανώσεις που επικοινωνούν με εξωγήινους, κοινότητες που θέλουν να ενοποιήσουν όλες τις θρησκείες, ομάδες ανθρώπων που μετενσαρκώνονται και λοιπά και λοιπά... Για ομαδικά όργια δεν ξέρω, δεν είδα τίποτα.
Έχει πολλή πλάκα γιατί με μια σύντομη βόλτα μπορεί κανείς να δει διάφορα σύμβολα από δω κι από κει, κάποια γνωστά (όπως τον Σταυρό, το άστρο του Δαβίδ, το μισοφέγγαρο, το μασονικό μάτι, πυραμίδες, ήλιους...), κάποια άλλα τελείως άγνωστα, και αρκετά τελείως κιτς. Πολύ όμως μίλησα για την Μπραζίλια.
Αφού έφτασα εκεί μετά από 24 ώρες, έφαγα άλλες 8 ώρες φέρνοντας βόλτες μέσα στην πόλη και χαζεύοντας τις παραξενιές της. Όταν ήρθε το απόγευμα, παίρνω άλλο λεωφορείο για Cuiaba. Θυμάστε την κωλοτρυπίδα του κόσμου; Ε, το επόμενο πρωί ήμουν εκεί. Ήθελα να χρησιμοποιήσω την Cuiaba ως ορμητήριο για τη Σαβάνα του Παντανάλ, ώστε να δω από κοντά την άγρια ζωή που φιλοξενεί ο τόπος εκείνος. Κροκόδειλους, αιλουροειδή, πουλιά, και διάφορα άλλα υπερτροφικά τρωκτικά. Η "ατμόσφαιρα" του ταξιδιού όμως σιγά σιγά χαλάει. Η συνεννόηση με το χόστελ είναι κακή. Δεν μπορώ να το βρω. Αναγκάζομαι να πάρω ταξί, πράγμα που με εκνευρίζει γιατί είναι ακριβά. Ο ταξιτζής καταλαβαίνει άλλα. Ψιλομαλώνουμε γιατί με έχει κουβαλήσει μέχρι την άλλη άκρη, πληρώνω κι άλλα για να βρω τον προορισμό μου. Μέσα στον εκνευρισμό χάνω το τετραδιάκι μου με όλες τις σημειώσεις (ευτυχώς ήταν καινούργιο και δεν είναι πολλά γραμμένα μέσα). Η πόλη φαίνεται τελείως αδιάφορη. Φτάνω στο χόστελ, (ένα χόστελ της κακιάς ώρας). Ξεκινώ να συζητώ το ενδεχόμενο να αγοράσω επιτέλους μια εκδρομή μέσα στο Παντανάλ, και εκεί ήταν που απογειώθηκε η φάση. Η τιμή που μου έκαναν για μια εκδρομή 3ων ημερών στον Παντανάλ ήταν κοροϊδία. Επειδή δεν ήταν high season, δεν είχε πολλούς άλλους τουρίστες ώστε να μοιραστούμε τα μεταφορικά, και τα φορτωνόμουν όλα εγώ. Οπότε έριξα μια μούτζα σε όλους από μέσα μου, κοιμήθηκα μερικές ώρες, και εν συνεχεία έτρεξα στο σταθμό με τα πόδια στην πλάτη για ένα ακόμη λεωφορείο, με προορισμό το Caceres (μια μικρή πόλη της Βραζιλίας κοντά στα σύνορα με την Βολιβία, όπου και ήθελα τελικώς να φτάσω). 4 ώρες διαδρομή. Φτάνω και αμέσως κανονίζω με έναν ταξιτζή στην πιάτσα να με κάνει βόλτες στην πόλη. Πρώτη στάση το αστυνομικό τμήμα για τα χαρτία εξόδου από τη χώρα, και έπειτα σε ένα ξενοδοχείο που είχα σημειώσει στον ταξιδιωτικό οδηγό, γιατί χόστελς δεν υπήρχαν. Αποδείχθηκε πως ήταν το καλύτερο που είχαν, και αυτό το ξέρω με σιγουριά γιατί στο διπλανό δωμάτιο έμενε ένας "μεγάλος" ποπ σταρ της μουσικής σκηνής της Βραζιλίας. Απ'αυτούς που το 99% του κοινού τους είναι ανήλικα. Έμοιαζε με το Νίνο. Και τον κάθε νίνο που έχουμε στην πατρίδα. Τραγικός.
Το δωμάτιο ήταν μαγεία για μένα. Ένα πεντακάθαρο διπλό κρεβάτι, ότι πρέπει για να κοιμηθώ σαν τον βιτρούβιο άνθρωπο, χέρια-πόδια τεντωμένα προς όλες τις κατευθύνσεις, μπάνιο και τουαλέτα μόνον για μένα (επιτέλους! μετά από τόσο καιρό δεν χρειάστηκε να απλώσω κωλόχαρτο για να καθίσω), με κλιματιστικό ΚΑΙ σαπουνάκια για το μπάνιο! Όλα στην προνομιακή τιμή των 30 ευρώ! Δυυυστυχώς όμως το χάρηκα μόνον για 7 ώρες γιατί έπρεπε να ξυπνήσω στις 4 το πρωί για να ξαναπάρω κι άλλο λεωφορείο (ο θεός να το κάνει) για τα σύνορα. (κατάρες! πότε θα σταματήσει το μαρτύριο).
Το "λεωφορείο" ήταν ένα βανάκι της κακιάς ώρας, κανα-δυο τύποι δεν είχαν πληρώσει εισιτήριο, έκαναν τουμπεκί, οπότε βρεθήκαμε να είμαστε περισσότερα άτομα απ'ότι οι θέσεις, ο ένας πάνω στον άλλο. Αλλά είχε πλάκα. Γήραμε τα κεφαλάκια μας, ο καθένας στον ώμο του διλπανού του και για 2 ώρες προσπαθούσαμε να κοιμηθούμε. Φτάνουμε στα σύνορα. Από εκεί παίρνουμε ομαδικώς ταξί για να τα περάσουμε, και να φτάσουμε στο San Mathias, ένα μικροοοο χωριουδάκι της Βολιβίας. Το ταξί ήταν έργο τέχνης. Το ταμπλώ (ότι είχε απομείνει τέλος πάντων από τα πολλά χρόνια βαριάς χρήσης) βρισκόταν μπροστά στον συνοδηγό, όχι στον οδηγό. Δεν ξέρω πως συνέβει αυτό. Μαγεία. Πράγματα έλλειπαν, οι δείκτες δεν δούλευαν, βίδες και σίδερα έσκουζαν, αλλά με έναν μαγικό τρόπο το αμάξι πήγαινε με 80 (Για οδηγό είχαμε τον βολιβιανό σουμάχερ) σε έναν χωματόδρομο που έμοιαζε με μάγουλο εφήβου με έντονη ακμή.
Φτάνουμε στο San Mathias κατά τις 6:30 το πρωί, γρήγορα στο migracion για να πάρουμε τις σφραγίδες εισόδου στη χώρα. Κλειστό. Πρέπει να περιμένουμε 1 ώρα τουλάχιστον.
Ευκαιρία να αλλάξω χρήματα, από τα βραζιλιάνικα reales στα bolivianos. Κοιτάζω δεξιά, κοιτάζω αριστερά. Νέκρα. Λες και βρισκόμουν σε χωριό φάντασμα. Είχα ακούσει πως υπάρχει ένα μικρό ανταλλακτήριο... κάπου. "Έχω μια ολόκληρη ώρα" σκέφτομαι, και αρχίζω να περπατώ στους χωματόδρομους του χωριού, σαν τον χαμένο, ψάχνωντας. Το βρίσκω εύκολα. Όλα καλά. Και με τα λεφτά αλλά και με την σφραγίδα. Η διαδικασία απλή και σύντομη.
Άλλο ένα ταξί από κει μέχρι τον σταθμό των λεωφορείων λίγο πιο έξω από το χωριουδάκι.
Περιμένουμε μέχρι τις 8:30 για το επόμενο λεωφορείο. Διαδρομή 15 ωρών εκ των οποίων οι 10 με 12 ήταν σε χωματόδρομο, με βροχή, και με το χειρότερο λεωφορείο που έχω μπει ως τώρα να ρίχνει μπαντιλίκια στη λάσπη. Χωρίς υπερβολή. Ο κώλος του λεωφορείου έφευγε δεξιά-αριστερά. Το μόνο που με καθησύχαζε ήταν πως ο οδηγός είχε μέσα στο λεωφορείο το μικρό του κοριτσάκι. Αν ο οδηγός με σκότωνε σε δυστύχημα, τουλάχιστον θα το πλήρωνε ακριβά...
Αστειεύομαι φυσικά. Κακία. Απλά σκεφτόμουν πως αφού ο οδηγός ήταν τόσο σίγουρος για τον εαυτό του, ώστε να έχει το κοριτσάκι του μαζί, ποιός είμαι εγώ για να αμφιβάλω;
Η διαδρομή στην αρχή φαινόταν...δύσκολη. Να διαβάσω κανένα βιβλίο δεν μπορούσα γιατί ανακατευόμουν, να παίξω παιχνίδια στο κινητό δεν μπορούσα γιατί δεν είχα. Άσε δε που και να είχα, δίσταζα να το βγάλω μέσα στο λεωφορείο. Και πηγαίναμε... και πηγαίναμε... μέχρι που νύχτωσε. Και η διαδρομή, από εντόνως βαρετή, μετατράπηκε σε μαγική με το που ήρθε το σκοτάδι. Όλοι είχαν ξεραθεί. Έβγαλα το κινητό για μουσικούλα.
Καθόμουν δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο. Το φυσικό μας κλιματιστικό. Αυτό μόνον είχαμε. Κατά την άποψή μου πολύ καλύτερο από τον αποστειρωμένο,στεγνό αέρα του air conditioner.
Κατασκόταδο παντού. Ησυχία. Ο ζεστός αέρας της βραδιάς με χτυπούσε κατάμουτρα (αλλά με ένα γλυκό τρόπο), είχα κρεμάσει το ένα μου χέρι έξω από το παράθυρο, άκουγα Frank Sinatra και Somewhere Beyong the Sea, και έβλεπα έξω, πότε τον βραδινό ουρανό (πεντακαθαρός και πνιγμένος στα άστρα γιατί δεν υπήρχε φωτορύπανση), και πότε τις άπειρες πυγολαμπίδες που έλαμπαν στις δασικές εκτάσεις δεξιά και αρίστερά από τον δρόμο. Μαγεία. Ορισμένες φορές μάλιστα κοιτούσα ψηλά και δεν ήμουν σίγουρος αν αυτό που έβλεπα ήταν πυγολαμπίδα ή κάποιο πεφταστέρι. Για κανα δίωρο αυτό το σκηνικό, κι η ψυχή μου είχε γαληνέψει. Μέσα σ'όλα είδα και ένα από εκείνα τα υπερτροφικά τρωκτικά που "έχασα" από το σαφάρι του Παντανάλ. Στο τέλος με πήρε ο ύπνος, ευτυχώς όχι ενώ ήμουν κρεμασμένος από το παράθυρο.
Φτάνουμε στη Santa Cruz της Βολιβίας κατά τις 12 το βράδι. Σ'έναν οδηγό που κουβαλούσα μαζί μου, είχα διαβάσει για ένα νέο, μοντέρνο και φτηνό ξενοδοχείο ακριβώς έξω από τον σταθμό. Όλα τα υπόλοιπα χόστελς έκλειναν γύρω στις 11, οπότε με το που φορτώθηκα το σαμάρι μου ξεκίνησα να βρω το ξενοδοχείο. Που βρισκόταν έξω από τον σταθμό. Την χειρότερη περιοχή δηλαδή. Πιάστηκε η καρδιά μου όταν άρχισα να την περπατώ. Δυσκολεύομαι να την περιγράψω. "Που στο δαίμονα είμαι;"
Οκ. Το βρίσκω γρήγορα. Μπαίνω μέσα... γρήγορα. Ξαναπιάνεται η καρδιά μου. "Τι ειν' τούτο;". Σαν οίκος ανοχής ήταν. Ξαναβγαίνω έξω. Ρίχνω καμια ματιά τριγύρω μπας και έχει κάτι καλύτερο η γειτονιά. Χλωμό. Ξαναμπαίνω μέσα, και παίρνω ένα δωμάτιο. Να θυμηθώ να κάψω τον οδηγό, και να καταραστώ την ψυχή της ηλίθιας που έγραψε το recommendation χωρίς να έχει επισκευτεί ποτέ το μέρος. Σοβαρή δουλειά έκανε. Έτσι κι εγώ ξέρω να γράφω οδηγούς. Παρεμπιπτόντως ήταν Rough Guide. Να τους αποφύγετε.
Τέλος πάντων για να μη τα πολυλογώ, έτσι έληξε το μεγάλο ταξίδι μεταξύ του Salvador της Βραζιλίας και της Santa Cruz της Βολιβίας. Στο χειρότερο "ξενοδοχείο" που είχα επισκευτεί, στις τουλάχιστον 3 τελευταίες μου ζωές μέχρι τώρα. Τουλάχιστον είχα ένα δωμάτιο να ξεραθώ. Θα ήμουν αχάριστος αν δεν το θεωρούσα πολυτέλεια. Και το πρωί, βλέπουμε τί θα κάνουμε. Χρόνο έχουμε... όρεξη να φύγουμε από κει έχουμε... Μια χαρά θα κυλήσει η μέρα. Και έτσι έγινε...
Μια νέα περιπέτεια είχε μόλις ξεκινήσει για τον μικρό Αλέξανδρο στην μακρινή χώρα της Βολιβίας...
Υ.Γ.1 Γενικά σε εκείνες τις 3-4 μέρες το ταξίδι είχε κάνει μια κοιλιά. Όχι εξαιτίας της κούρασης, που άλλωστε δεν ήταν και κάτι ιδιαίτερο, κι ας τα περιγράφω κάπως γλαφυρά, αλλά επειδή δεν είδα σχεδόν τίποτα και δεν γνώρισα απολύτως κανέναν. Αυτό από μια άποψη βοήθησε πολύ, προκαλώντας όλους τους εκτενείς διαλόγους που έκανα με τον εαυτό μου για μέρες ολόκληρες στα λεωφορεία, αλλά δεν βοήθησε ιδιαίτερα στην ψυχολογία.
Βέβαια ποτέ δεν κρατάει πολύ μια τέτοια κατάσταση. Με το που βρήκα το πάτημά μου ξανά, στη Santa Cruz, ήρθαν νέες παρέες, νέες εικόνες, νέες όμορφες στιγμές.
Υ.Γ.2 Ζητώ συγγνώμη αν σας κούρασα. Ίσως ενδόμυχα αυτός να ήταν και ο σκοπός μου. Αλλά αν κουραστήκατε εσείς που διαβάσατε την ιστορία, φανταστείτε εμένα που την έζησα! χαχαχαχαχα